Με αφορμή ένα όνειρο…

Ήταν μέσα του Νοέμβρη. Το κρύο είχε σφίξει και οι γειτονιές με τα φυλλοβόλα στα πεζοδρόμια φάνταζαν άδειες κι άσπρες. Το μόνο που άλλαζε λίγο την ατμόσφαιρα ήταν κατά το σούρουπο το κιτρινωπό φως στα παράθυρα των σπιτιών, που  έδινε μια ζεστασιά στην πόλη. Άνθρωποι τυλιγμένοι στα παλτά τους τρύπωναν στα σπίτια τους ο ένας μετά τον άλλον.

Έφτασα για άλλη μια φορά στο σπίτι μου μετά από μια μέρα κοπιαστική. Από αυτές που λες και σέρνονται από το πρωί μη θέλοντας να φύγουν.

Άναψα το πλαϊνό αμπαζούρ και κάθισα με ανακούφιση στην μπερζέρα μου. Δεν είχα διάθεση για κάτι συγκεκριμένο, απλά άφέθηκα κι ακούμπησα αναπαυτικά πίσω. 

Σκεφτόμουν την μέρα που πέρασε, τους συνεργάτες τους πελάτες…  όταν κάτι σαν φύσημα ραδιοφώνου ακούστηκε πίσω μου.

Μια παράξενη ανταύγεια φώτιζε τους τοίχους μπροστά μου και πλάι μου. «Από που να ‘ρχεται αυτή η ανταύγεια;»  αναρωτήθηκα, μα ήδη το φως απέναντι μου εξαφανιζόταν και ο τοίχος άρχισε να χύνεται χάμω σαν από κλεψύδρα. Τρόμαξα. Ο τοίχος χυνόταν. Όλοι οι τοίχοι τριγύρω χύνονταν και χάνονταν. Έκανα να κινηθώ να φύγω αλλά ήταν αδύνατον. Και καθώς οι τοίχοι εξαφανίζονταν εγώ βρισκόμουν έξω στην πλατεία καθισμένος στην μπερζέρα μου περιστοιχισμένος από περαστικούς.

Άλλο και τούτο πάλι μουρμούρισα. Άνθρωποι περνούσαν γύρω μου. Τους παρατηρούσα. Μια νεαρή μητέρα με το μωρό της στο καρότσι, ένας ζητιάνος, ένας αλητάκος, μια αφρικανούλα με λεπτοπλεγμένες κοτσίδες. Κοίταζα και κοίταζα, κι άξαφνα αντιλήφθηκα ότι όλοι αυτοί δεν με κοιτούσαν. Δεν με αντιλαμβάνονταν καν. Περνούσαν δίπλα μου σαν να μην υπάρχω. Ήταν παράξενο αλλά αυτό μου άρεσε. Άρχισα να τους κοιτώ πιο προσεκτικά. Ερευνητικά. Κοίταζα τα πρόσωπά τους τα ντυσίματά τους, τα σώματά τους, τα πρόσωπά τους. Ξαφνικά είχα μια ικανότητα να τους περιεργαστώ απεριόριστα. Τόσο πολύ που ήταν σάμπως να έβλεπα τα μέσα τους. Για όλους αυτούς, γνώριζα πράγματα που σκέφτονταν, συναισθήματα.

Η νεαρή μητέρα τώρα είχε καθίσει στο παγκάκι λίγο παρακάτω από εμένα. Καλοφτιαγμένη και ντυμένη με γούστο. Ήταν βαθιά προβληματισμένη, και ένας ελαφρύς φόβος πλανιόταν μέσα της. Η αφρικανούλα κι αυτή φαινόταν κάποιον να περιμένει. Αυτή ήταν γεμάτη πίκρα στην ψυχή της. Ήθελα να κοιτάξω παρά πέρα, αλλά να που πέρασε κάποιος νεαρός μπροστά μου. Φορούσε μπλε σκούρο σακάκι και καφέ παντελόνι με μαύρα γυαλιστερά παπούτσια. Σταμάτησε κόβοντάς το οπτικό πεδίο εμπρός μου. Δεν έβλεπα το πρόσωπό του, ωστόσο γνώριζα και έβλεπα πολλά και για αυτόν.  Έβλεπα μια τεράστια δειλία σταματημένη επάνω του σαν πέπλο. Έβλεπα την καρδιά του παγωμένη από αισθήματα, γεμάτη φόβους. Δεν ξέρω πως, αλλά ήξερα ότι είχα να κάνω με έναν άνθρωπο θυμωμένο και ζηλιάρη, που κρατούσε όμως τα προσχήματα. Είχε σταθεί με τέτοιο τρόπο που μου έκρυβε την νεαρή μητέρα. Έκανα να κινηθώ κινήθηκε όμως και εκείνος και έτσι πάλι δεν μπορούσα να δω κάτι. Τώρα σερνόταν επάνω του συντροφικά  αλαζονεία και σκέψεις άσχημες, πονηρές, και μαζί τους ενοχές και πιότεροι φόβοι, και δικιολογίες για τα στραβά του εαυτού του. Και να κάτι απίστευτο. Παρ’ όλη την κατάστασή του, τις αδυναμίες και τα ελατώματα, τον έλουζε η εντύπωση ότι τελικά είναι σωστός, κι εντάξει με όλους.

Είναι αξιολύπητος συλλογίστηκα, και έκανα να κινηθώ πάλι να κοιτάξω αλλού μα και πάλι ο άνθρωπος μπρος μου κινήθηκε γεμίζοντάς με, με θυμό που τον συγκράτησα. Έστρεψα αλλού το βλέμμα μου. Δυο νεαροί με σκέητμπορντ έκαναν ακροβασίες και γέμιζαν την πλατεία με θόρυβο. Έβλεπα την ανάγκη τους για αγάπη, για διάκριση, για μια πρόσκαιρη υπέρβαση να τους σηκώσει λίγο πιο πάνω από τις πλάκες της πλατείας και έτσι έκανα υπομονή. Και πάνω που άρχισα να αντιλαμβάνομαι ακόμα και την αδρεναλίνη που κυκλοφορούσε παντού στο σώμα τους, νάσου ο άγνωστος ήρθε και στάθηκε εμπρός μου, κρύβοντας ακριβώς τα παιδιά. Ήθελα να του μιλήσω αλλά ήδη έβλεπα τι αισθανόταν αυτός. Ενοχλούνταν αν και έκανε υπομονή. Μάλιστα είδα ότι σκεφτόταν  ότι και εγώ. Ωστόσο ήταν απολύτως αδιάφορος για αυτά.

Πλησίαζαν δυο τύποι τώρα από αυτούς που τους  λες μάλλον ύποπτους. Τα μάτια τους έπαιζαν δεξιά αριστερά. Με κοίταξαν και αστραπιαία τα μάτια τους διασταυρώθηκαν. Έμοιαζε ότι κίνησαν να έρθουν προς τα εμένα αλλά και πάλι ο τύπος που με έκοβε τη θέα εμφανίστηκε μπροστά μου. Τώρα ήταν γεμάτος θυμό αλλά και φόβο. Είχε όμως και κάτι καινούργιο είχε όρεξη να σκοτώσει. Να σκοτώσει; Ποιον; Αναρωτήθηκα. Κοίταξα πάλι απ την αρχή την Αφρικάνα και ο τύπος έτρεξε και πάλι μπροστά μου. Γύρισα ξανά κατά την νεαρή μητέρα, και πάλι ο άγνωστος εμπρός μου.   

-Ε όχι είπα, και έκανα να κινηθώ μα δεν μπορούσα. 

Η μπερζέρα μου με κρατούσε ακίνητο επάνω της. Τεντώθηκα να τον αγγίξω αλλά μάταια. Έβαλα τότε μια φωνή που στην αρχή σαν να μην μπορούσε να βγεί, αλλά τελικά οι χορδές στο λαιμό μου υπάκουσαν. Ήθελα να πω: «Έϊ κύριος» αλλά ακούστηκε ένας αλλόκοτος ήχος σαν μούγκρισμα από ζώο.

Τότε έγινε κάτι απίστευτο. Ο  τύπος εμπρός μου γύρισε κατά πρόσωπο σε μένα. Τα ‘χασα. Κόλλησα.  Ήταν κάποιος με το πρόσωπο μου. Με το σώμα μου. Με κοίταζε έκπληκτος. Φόραγε τα ίδια  τα ρούχα τα δικά μου. Θα ορκιζόμουν ότι ήμουν εγώ… αλλά όχι δεν γίνεται. Εγώ είμαι εδώ. Είμαι καθισμένος στην μπερζέρα μου, εγώ δεν μπορεί να είμαι αυτός. Δεν μπορεί να φαίνομαι έτσι. Βλέπω αυτό που βλέπω και καταλαβαίνω αυτό που καταλαβαίνω. Ακούω, ερμηνεύω, και αισθάνομαι. Έχω ένα επίπεδο. Αυτός όμως ποιος είναι; Αισθανόμουν χάλια. Ήθελα να φωνάξω αλλά δεν μπορούσα. Ο τύπος που θα μπορούσα να ήμουν εγώ. Άρχισε τώρα να πλησιάζει. Άρχισα να τρέμω από ταραχή, ωστόσο μπόρεσα και άρθρωσα μερικές λέξεις.

Ποιος είστε;

Ο άνθρωπος που στο μεταξύ είχε φέρει το πρόσωπο του κοντά στο δικό μου, μίλαγε επίσης μα δεν ακουγόταν. Με τρόμο έβλεπα τα χείλη του να λένε «Ποιος είστε» και να με κοιτάζει τρομαγμένος κι εκείνος.

Λίγο νερό! Είπα τότε. «λίγο νερό» κίνησε τα χείλη του ο άλλος.

Κάποιος να με βοηθήσει έκανα σε απόγνωση. «Κάποιος να με βοηθήσει» έλεγε τώρα το άτομο με τα χείλη του και με βλέμμα αλλόφρονο.

Ααααα… φώναξα κι άρχισα να γίνομαι άμμος. Χυνόντουσαν τα πόδια και τα χέρια μου, όπως ακριβώς οι τοίχοι λίγο πριν.

Τι μου συμβαίνει αναρωτήθηκα. Μήπως πέθανα; Μήπως έτσι είναι ο θάνατος; Έβλεπα το σώμα μου να μετατρέπεται σε ένα σωρό από άμμο πάνω στην μπερζέρα, όταν ξαφνικά άρχισα να πέφτω ασταμάτητα στο κενό…

Αγωνιούσα αφόρητα που… ξύπνησα. Πετάχτηκα επάνω, και…  ευτυχώς  βρισκόμουν στο δωμάτιο μου. Ιδρωμένος, και ανάστατος, αλλά στο δωμάτιο μου.

Ανάσανα με ανακούφιση.

Εν τούτοις, αυτός ο άλλος που με στοίχειωσε παρέμενε σαν ισχυρή εντύπωση στη σκέψη μου.

-Ποιος είμαι τελικά; Αναρωτήθηκα.  Μήπως στα αλήθεια κάτι με κρύβει απ τα μάτια μου;  Τι μπορω να κάνω για να μάθω;

Τράβηξα κατά το WC στον καθρέφτη. Το άπλετο φως από τις λάμπες με ξύπνησε εντελώς. Κοίταξα ανήσυχος το πρόσωπο μου. Ήταν όπως το ‘ξερα. Τα μαλλιά μου ανάκατα και νοτισμένα απ’  τον ιδρώτα στους κροτάφους. Κοιτούσα αυτό που έβλεπα ερευνητικά, σε τέτοιο βαθμό που ανησύχησα μήπως μου σαλεύει.

-Ποιος είσαι μουρμούρισα. Και έκανα να φύγω, μα κοντοστάθηκα.

Πήρα την τσατσάρα από το συρτάρι και χτενίστηκα. Εάν κούρευα γουλί τα μαλλιά μου θα συνέχιζα να είμαι ο ίδιος συλλογίστηκα. Κι αν άλλαζα τα ρούχα μου το ίδιο. Μα ακόμα κι αν σακατευόμουν και έχανα ένα μέλος μου ο ίδιος δεν θα ήμουν πάλι; Άρα τι είναι αυτό που με κάνει να είμαι εγώ;

«Σίγουρα τρελαίνεσαι» μου ήρθε η σκέψη. «Παράτα τα τι σκας; Μήπως θέλεις να παραστήσεις τον φιλόσοφο;» συλλογίστικα. «Δέξου αυτό που είσαι. Αυτή είναι η φύση μας να πεθάνουμε μια μέρα.  Και μην ρωτάς! Οι άλλοι ρωτούν; Δεν υπάρχει νόημα.»  Και τράβηξα για την κουζίνα. Με είχε πιάσει πείνα, βλέπετε όλη μέρα δεν είχα φάει κάτι.

Έσπασα δυο αυγά στο τηγάνι και μετά από λίγο ήμουν και πάλι στην μπερζέρα μου. «Τι μου συμβαίνει;» συλλογίστηκα. «Μήπως πράγματι τρελαίνομαι; Μήπως ζω τις αρχές μιας ψύχωσης; Μα όχι!» αντέδρασε κάτι μέσα μου. Αυτό που με απασχολεί είναι το ίδιο με αυτό που απασχολεί στρατιές φιλοσόφων. Μόνο που αυτοί ησυχάζουν ακόμα και χωρίς να απαντούν. Εμένα όμως… δεν μου φτάνει να ρωτάω, θέλω απάντηση. Και το εκνευριστικό είναι ότι ώρες ώρες νομίζω ότι την έχω. Ότι να τώρα όλα θα αλλάξουν και έπειτα θα ξέρω και θα είμαι… αλλά μάταια. Πάντα καταλήγω με το ίδιο ακατανόητο αίσθημα, αυτή η έλλειψη νοήματος κι αυτός ο «απύθμενος γκρεμός», συλλογίστηκα και ανατρίχιασα. Δεν ήθελα να τον λέω «θάνατο».

Λίγες μέρες πριν είχα διαβάσει ένα άρθρο στην εφημερίδα. Ο τίτλος του γέμιζε προκλητικά την κορφή της σελίδας. Το διάβασα και ήταν σαν να μου ήρθε ξανάστροφη. «Οι πόρνες πουλάνε το σώμα τους για τα προς το ζειν, και  οι δάσκαλοι τη γνώση. Πουλάνε  και οι θρησκευόμενοι ηθική, κι εγώ ρωτάω γιατί!»  «Ανοησίες» μουρμούρισα στην αρχή, αλλά ο τίτλος με προκαλούσε. Διάβασα εκείνο το άρθρο και έπειτα άρχισε αυτή η αναστάτωση μέσα μου. Ίσως και το όνειρο τούτο το τρομαχτικό να είχε να κάνει με αυτη την αγωνία που ένιωθα.

Τι «πουλάω» άραγε; Αναρωτήθηκα. Κι ύστερα το ίδιο φυσικά: Σε ποιόν; Στον εαυτό μου; Στον κόσμο; Στον Θεό; Κι αν «πουλάω», τότε όλα όσα ζω μήπως είναι ένα ψέμα; Από την άλλη μήπως δεν είναι αλήθεια ότι ο Θεός τα ξέρει όλα; Δεν τα βλέπει; «Ακόμα και πριν έλθει η κουβέντα στο στόμα μου» ο Θεός ξέρει τι θα πω, λέει στο Ψαλτήριο. Δεν ξέρει την πραγματικότητα που μπορώ και κρύβω από τους άλλους; Τι νόημα έχει να «παίζω» μια παράσταση;

Πάντως καθώς αναλογιζόμουν το όνειρό μου, και εκείνο το θλιβερό άτομο σωσία μου, επαναστατούσα στη σκέψη ότι θα μπορούσα να είμαι πραγματικά σαν αυτό. Κάτι μέσα μου κλωτσούσε ανυπόφορα.

Κι από την άλλη άλλες σκέψεις. «Μην τάχα είναι καλύτερα να ανακατευτώ στο φιλακόλουθο πλήθος, και να ησυχάσω εκεί;» Αλλά η σκέψη αυτή ξεχείλιζε μια έντονη αίσθηση ματαιότητας και με ξανάφερνε πάλι στην πρώτη σκέψη. Την ψυχή μου διαπερνούσε ένα διαρκές αίτημα για αλήθεια . Έψαχνα κάτι που να γεμίσει αυτό το κενό από νόημα που αισθανόμουν. Το κενό που έβρισκα παντού. Στο τρέξιμο για το επάγγελμά μου, στις κοινωνικές εκδηλώσεις, στην τέχνη. Είχα μείνει και μόνος, στην ηλικία μου, όχι ότι το ήθελα, αλλά  δεν είχαν έρθει τα πράγματα να βρω τον  άνθρωπο μου, να ταιριάσω.

Αισθανόμουν ένα πνίξιμο, ένα έλλειμα αέρα. Σηκώθηκα και έκανα ένα κύκλο μέσα στο δωμάτιο και έπειτα ξανατράβηξα για τη βρύση. Έριξα άφθονο νερό στο πρόσωπό μου που φούντωνε. Κοίταξα στο καθρέφτη και πάλι. Περιεργαζόμουν τον εαυτό μου.

-Ποιος είσαι τελικά; Φώναξα, κι έβαλα αμέσως την παλάμη στο στόμα. Τι θα λένε οι γείτονες σκέφτηκα.

Θυμήθηκα τον συνεπιβάτη μου στο ταξί, με το γιασεμί στο πέτο. Πράγματι η ομιλία του Ιησού στο βουνό μου μιλούσε για το ποιος δεν είμαι. Ζούσα σε ένα κόσμο όλο προσχήματα, που με έκρυβαν ακόμα κι απο τον ίδιο μου τον εαυτό. Κι ο Ναζωραίος, μου ξεσκέπαζε την αλήθεια. Θυμήθηκα την κρυμμένη επιθυμία μου για τη νεαρή μητέρα, το αίτημα για φόνο που αισθανόμουν μπρος τον φόβο, την αδιαφορία για δυο νέα παιδιά, για την αφρικανούλα,  την κατάκριση για αυτό τον φρικτό τύπο με το πρόσωπο μου.

Μα όχι εγώ θέλω μόνο το καλό. Μόνο αυτό θέλω!  Δεν έχω πειράξει άνθρωπο. Και όχι, δεν έχω καμία σχέση με εκείνον τον δειλό βρωμερό εγωιστή τύπο. Κι αν ακόμα του μοιάζω θέλω κάποιος να μου το δείξει, σκέφτηκα επιδέξια. Αλλά τότε ξανά η εικόνα του σωσία μου στο όνειρο με αποστόμωσε. Όμως από την άλλη, τι κάθομαι και λέω τώρα;  Είμαι δίκαιος και καλός. Αυτό το ξέρουν όλοι. Και αυτό ήταν ένα όνειρο.  Πως ξέρω ότι το όνειρο είχε να κάνει με κάτι αληθινό;

Έπειτα από λίγο ήμουν πάλι στην μπερζέρα μου προσπαθώντας να χαλαρώσω. Πήρα απ’ το τραπεζάκι δίπλα μου το βιβλίο το ξακουστό και όμως άγνωστο.

Ξεφύλλιζα αναποφάσιστος τις σελίδες λίγο μετά την αρχή και σταμάτησα. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου διάβαζα το εξής:

« [1]Ευρισκω αρα τον νομον τω θελοντι εμοι ποιειν το καλον οτι εμοι το κακον παρακειται

συνηδομαι γαρ τω νομω του θεου κατα τον εσω ανθρωπον  βλεπω δε ετερον νομον εν τοις μελεσιν μου αντιστρατευομενον τω νομω του νοος μου και αιχμαλωτιζοντα με εν τω νομω της αμαρτιας τω οντι εν τοις μελεσιν μου. Ταλαιπωρος εγω ανθρωπος τις με ρυσεται εκ του σωματος του θανατου τουτου» Ρωμαίους 7::21-24

Κοίταζα και δεν πίστευα τί διάβαζα. Εδώ μιλάει για μένα συλλογίστηκα. Ξαναδιάβασα λοιπόν έκφωνα πάλι και πάλι. «Βρίσκω ευχαρίστηση στο νόμο του Θεού… βλέπω όμως ένα άλλον νόμο στα μέλη μου… με αιχμαλωτίζει σε έναν άλλον νόμο. Στον νόμο της Αμαρτίας.

Ώστε η Αμαρτία είναι νόμος; Νόμος πνευματικός όπως είναι η βαρύτητα νόμος φυσικός; Και είναι ταυτισμένη με τα μέλη μου;  Ανατρίχιασα.

Εάν είναι έτσι πως μπορώ να ελπίζω σε απελευθέρωση; Ποιος μπορεί να με απελευθερώσει; Αν έχω ένα κατεστραμμένο αμάξι το πετάω. Ένα σκισμένο ρούχο το ράβω. Ένα παλιό βρώμικο δωμάτιο το καθαρίζω και του φρεσκάρω τα χρώματα στους τοίχους.

Εάν έχω έναν νόμο στα μέλη μου τι κάνω; Τι  γίνεται όταν βγαίνει ένας άλλος κανόνας μέσα μου που με πάει όπου δεν θέλω;  Τι είναι αυτό πάλι; αναλογίστηκα. Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Το αίμα μου χτυπούσε στα μηνίγγια μου. Κοίταζα το κείμενο. Θυμόμουν το όνειρο, και μια βαθιά θλίψη με τύλιξε. Σαν αυτή που νιώθεις όταν βλέπεις κάποιον να ψυχορραγεί. Σηκώθηκα και άνοιξα το παράθυρό μου.

Ο Θόρυβος της πόλης και ο κρύος αέρας έτρεξαν, ποιος να με χτυπήσει πρώτος. Κοιτούσα το κομμάτι του ουρανού που μπορούσα να δω ανάμεσα στις πολυκατοικίες και εκείνη την ώρα σαν κάποιος να μου έσταξε έναν λόγο. Ήταν σαν δυνατή σκέψη που με διαπερνούσε και με γλύκαινε.

  «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.»

Δεν ήθελα να φύγω από εκεί μέχρι που πάγωσε το μέτωπό μου. Ο μακαρισμός αυτός χρωμάτισε με μια αμυδρή ελπίδα τις γρίλιες της ψυχής μου. Τραβήχτηκα μέσα και ασφάλισα σφιχτά το παράθυρο. Τότε δεν ήξερα ακόμα αλλά ο «κλέφτης» της καρδιάς μου είχε φτάσει και ήδη φώτιζε με το φανάρι του απ’ τις χαραμάδες. Αλλά εγώ, όχι,  δεν ήξερα και κοιμήθηκα κουρασμένος και ανύποπτος.


[1] Ρωμ. 7:21 – 24  Βρίσκω, λοιπόν, τούτον τον νόμο, ότι, ενώ εγώ θέλω να κάνω το καλό, κοντά μου βρίσκεται το κακό.  Επειδή, βρίσκω μεν ευχαρίστηση στον νόμο τού Θεού κατά τον εσωτερικό άνθρωπο·  όμως, βλέπω μέσα στα μέλη μου έναν άλλο νόμο, που αντιμάχεται στον νόμο τού νου μου, και με αιχμαλωτίζει στον νόμο τής αμαρτίας, που είναι μέσα στα μέλη μου.  Ω, ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ· ποιος θα με ελευθερώσει από το σώμα αυτού τού θανάτου;


Δημοσιεύτηκε

σε

από