Το να λες οχι στον Θεό

Το να λες όχι στον Θεό είναι κάτι πολύ κοινό τελικά.  Βαυκαλιζόμαστε ότι «όχι» και ότι μόνο οι άθεοι ή όσοι επιλέγουν την κακία κάνουν κάτι τέτοιο. Αλλά αλλοίμονο είναι κάτι πολύ πιο συνηθισμένο, απλό και πολλαπλά ολέθριο.

Σηκώνεται ο άνθρωπος το πρωί βλέπει τον ήλιο ανασαίνει είναι καλά, και αυτό του φτάνει. Κοιτάει το ρολόι και η ώρα είναι επτά και μισή. Σκέφτεται, «Έχω αργήσει!» αρπάζει την «πραμάτεια» του και έξω. Εκεί βρίσκει ένα κόσμο που «λειτουργεί» με τον ίδιο τρόπο. Στους πολύβουους δρόμους, στους διαδρόμους του μετρό. Άνθρωποι και άνθρωποι που ξεχύνονται κάθε πρωί στην δική τους πόλη, στον δικό τους τόπο που λειτουργεί περισσότερο ή λιγότερο ο κάθε ένας με τις ιδιαιτερότητές του.  Εκεί κάπου τον συναντά ένας ζητιάνος, ένας άπορος,  ένας μετανάστης, αλλά δεν έχει καιρό να σκεφτεί τη θέση του, να την συγκρίνει με τη δική του, να προβληματιστεί  για το πώς και το γιατί, και το γιατί για αυτόν όχι. Απλώς γυρίζει τη σκέψη του στα δικά του, στα «τρέχω» του. Έτσι δεν τον νοιάζει και πολύ που λίγο παρά πέρα, κάποιον τον έχει συλλάβει η αστυνομία. Άλλος ένας   «μπλεγμένος», σκέφτεται και κοιτάζει περίεργα το θέαμα. Αλλά και πάλι το γιατί δεν του γεμίζει το κεφάλι.

Πλησιάζει τώρα στο χώρο που εργάζεται. Ένα ασθενοφόρο  φωνάζει σε όλους να κάνουν στην άκρη επειδή κάποιος είναι ανάγκη να πάει γρήγορα στο νοσοκομείο. Η ζωή κάποιου ίσως να κινδυνεύει. Πάλι δεν σκέφτεται για το ποιος και το πώς, ούτε το γιατί, ούτε ότι θα μπορούσε να είναι ο ίδιος εκεί μέσα. Στα αυτιά του η σειρήνα που οι τόνοι της πέφτουν καθώς η πηγή απομακρύνεται δεν του λένε τίποτα. Για την ακρίβεια δεν επιτρέπει να του πει τίποτα. Ο εγκέφαλός του, του υπενθυμίζει το μάθημα της ακουστικής από το σχολείο, το φαινόμενο Ντόπλερ, κι άλλα περί διάδοσης του ήχου, ταλαντώσεις  και τα λοιπά. Άλλωστε δεν είναι η ώρα τώρα. Σπρώχνει την πόρτα και η όμορφη ρεσεψιονίστα της εταιρείας είναι πάλι εκεί. Την κοιτάζει χαρούμενος . «Κύριε Μαρίνη ο κος διευθυντής θέλει να είσαστε και εσείς στο meeting με τους ξένους επενδυτές απόψε.»   Το ακούει ικανοποιημένος. «Ευχαριστώ Ελενάκι! » και φεύγει. Όχι σήμερα δεν θα την πειράξει, ούτε  θα «αλατίσει» την καλημέρα του με κάποια από τις έξυπνες ατάκες του.  Ανεβαίνει στο γραφείο και εκεί αντί να εργάζεται δουλεύει. Ιδρώνει και από καιρό σε καιρό, κατά την διάρκεια του οκταώρου του, οι αγωνίες, οι παλμοί της καρδιάς του, οι δείκτες στο αίμα του (που βέβαια δεν μπορεί να ελέγξει) δηλώνουν το αγκομαχητό του ανθρώπου. Το βάρος του μόχθου. Δεν τον νοιάζει όμως θεωρεί ότι το έχει συνηθίσει. Δεν είναι καν σαράντα χρονών και σε αυτή την ηλικία τέτοια πράγματα φαντάζουν λεπτομέρειες. Και ίσως πράγματι να είναι, ωστόσο το θέμα είναι ότι  η σκέψη του φεύγει και πάλι.

Στο δρόμο για το σπίτι το απόγευμα κουρασμένος, όχι άκεφος αλλά σίγουρα κουρασμένος, αντιμετωπίζει τα ίδια. Το πλήθος, των ανθρώπων με τις αμέτρητες ιστορίες με τις αμέτρητες ανησυχίες και τις αμέτρητες ελπίδες. Την ανάγκη, την αρρώστια, κι ανάλογα  με το δρομολόγιο τη δυστυχία. Στρίβει την γωνία και στην κολώνα η υπενθύμιση για το μνημόσυνο της κυρά-Τασίας.  «63 χρονών δεν ήταν και μεγάλη» συλλογίζεται, και την ίδια στιγμή μια άλλη σκέψη γρήγορη και βολική. « Να πάρει ευχή ξέχασα να αγοράσω ψωμί» και πάει πέταξε ο νους του. Ένας άνθρωπος, μια ιστορία, ένας κόσμος, μια ελπίδα, λείπει. Αλλά το «τρέχω» του δεν αφήνει περιθώρια για παραπάνω σκέψη. Το θέλω του τον ξεγελά. Όταν φτάσει στο σπίτι θα βουλιάξει σε ένα καναπέ, και θα χαζέψει την τηλεόραση για λίγο ή για πολύ. Θα ασχοληθεί με κάτι να περάσει την ώρα του ή θα βγει μόνος η με φίλους για κάνα ποτό.

Αυτή η ημέρα για άλλη μια φορά πέρασε ανεπιστρεπτί.  Κι εκείνος δεν κατάλαβε ότι η μέρα αυτή ήταν μια μέρα γεμάτη φωνές, γεμάτη θαύματα, γεμάτη υπερφυσικό, γεμάτη καλέσματα ενός Θεού που ενώ δεν τον είχε καμία ανάγκη, έστρεψε τη ματιά του για άλλη μια φορά πάνω σε αυτή την γαλάζια σφαίρα που ζούμε, και ως ο μόνος πραγματικός «παρατηρητής» έδωσε ύπαρξη σε αυτό που παρατηρούσε. Κι αυτό που παρατηρούσε δεν ήταν ένα ηλεκτρόνιο αλλά ένα πρόσωπο.  Του γέμισε με ερωτήματα την ημέρα κι αυτός ούτε καν που έδωσε σημασία. Κρυβόταν συνέχεια κάπου γύρω του σαν ερωτευμένος που θέλει να κάνει αισθητή την παρουσία του, αλλά εις μάτην.
Πράγματι είναι εύκολο να πει κανείς όχι στον Θεό. Το λένε δισεκατομμύρια άνθρωποι της διπλανής πόρτας κάθε μέρα. Το λέμε καθώς καθημερινά αρνούμαστε να δούμε ότι επειδή κάτι επαναλαμβάνεται  συνέχεια  δεν είναι δεδομένο.  Θα μπορούσε για μύριους λόγους να μη συμβεί. Αρνούμαστε να σταματήσουμε όταν παγιδευτούμε μέσα  στα αδιέξοδα που προκαλούμε ο ένας στον άλλον αλλά και ο κάθε ένας στον εαυτό του. Αρνούμαστε να ρωτήσουμε το μεγάλο «γιατί». Να το αρθρώσουμε και να σταθούμε να ακούσουμε την απάντηση από κάπου έξω από εμάς…

 

Posted under: Προσωπικές σκέψεις

Tagged as:

Share this:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.