Σημείο εκκίνησης

2882399-2-autumn-leaves
clear

Εκείνο το βράδυ ήταν πολύ ήσυχο. Ο αέρας που όλη μέρα κουβάριαζε τα σύννεφα και στροβίλιζε τα ξερά φύλλα στις γωνίες των στενών δρόμων της Ιερουσαλήμ, είχε κοπάσει.

Τότε διάλεξε να πάει να βρει το δάσκαλο. Φεγγάρι δεν είχε και οι σκιές των καθυστερημένων περαστικών χάνονταν γρήγορα στα δρομάκια καθώς ο καθένας τραβούσε για το σπίτι του. Τα φώτα απ τα λυχνάρια ένα ένα έσβηναν στα γύρω σπίτια όταν βγήκε έξω. Φόρεσε και το κάλυμμα του κεφαλιού να μην τον γνωρίζουν. Ήξερε που θα τον έβρισκε έμενε στους συγγενείς του που ζούσαν λίγο παρακάτω. Και συχνά διανυκτέρευε όλη νύχτα στο ανώγειο. Τα βήματα του ήταν βιαστικά και προσεκτικά δεν ήθελε το θόρυβο, δεν ήθελε να τον δουν, μα αυτά τα ερωτήματα τον βασάνιζαν τόσο. Ιδιαίτερα αυτό με τη βασιλεία του Θεού. Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να μπει σε αυτή; Πού θα γινόταν, πότε;  Πώς εξηγούσε αυτός τις προφητείες; Τι έλεγε τούτος ο άνθρωπος;  Πού τα διδάχθηκε όλα αυτά; Πού την έβρισκε τέτοια εξουσία;  Και τα σημεία;  Άλλο και τούτο.  Στο Σανχεντρίν έλεγαν ότι δεν ήταν απ το Θεό, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να το πιστέψει.  Μήπως και οι παλιοί προφήτες, έτσι δεν εμφανίζονταν;

Είχε φτάσει όμως. Τα φώτα ήταν σβηστά. Ο δάσκαλος πράγματι κάθονταν στο ανώγι κάτω από την κληματαριά. Ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλοπάτια που έτριζαν αφόρητα. Οι σκέψεις του μαζεμένες καιρό τώρα λες και θέλανε να σπάσουν τις εξόδους του μυαλού και να εκφραστούν όλες μαζί.  Δεν ήξερε πως να αρχίσει και δε μίλαγε. Ο δάσκαλος τον κοίταξε. Το ήξερε εκείνο το βλέμμα, το είχε δει κι άλλες φορές. Αυτή τη φορά όμως ήταν σα να του μίλαγε, σα να του λεγε: Εσένα περίμενα!

-Δάσκαλε, του λέει και κομπιάζει – από που να αρχίσει τώρα- ξέρουμε ότι ήρθες από τον Θεό· επειδή, κανένας δεν μπορεί να κάνει αυτά τα σημεία που εσύ κάνεις, αν ο Θεός δεν είναι μαζί του.

– Η αλήθεια είναι και σου το τονίζω πως αν κάποιος δε γεννηθεί ξανά, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού.

Πάγωσε ο Νικόδημος. Αυτός ο άνθρωπος του διάβαζε όχι μόνο την σκέψη αλλά και την καρδιά. Άφησε τα προσχήματα και η πρώτη του σκέψη χύθηκε έξω.

–         Μα πώς μπορεί να γεννηθεί ένας άνθρωπος τη στιγμή που είναι κιόλας γέρος; Μπορεί μήπως να μπει στην κοιλιά της μάνας του για δεύτερη φορά και να ξαναγεννηθεί;

–         Πράγματι, σε βεβαιώνω, αν δε γεννηθεί κανείς από το νερό και από το Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού. Εκείνο που έχει γεννηθεί από σάρκα είναι σάρκα, κι εκείνο που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι πνεύμα.

Ο Νικόδημος κοιτούσε σαστισμένος του φαίνονταν ακαταλαβίστικα όλα αυτά.

–     Μην απορήσεις που σου είπα: Πρέπει να γεννηθείτε ξανά. Ο άνεμος φυσάει σε όποια κατεύθυνση θέλει, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Το ίδιο είναι και ο καθένας που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα.

Πάλι δε καταλάβαινε. Θυμόταν τον πρωινό αέρα τα φύλλα που στροβιλίζονταν εδώ και εκεί αλλά όσο κι αν προσπαθούσε να καταλάβει τα λόγια του Ιησού δεν μπορούσε.

–      Πώς μπορούν να γίνουν αυτά;

–      Εσύ είσαι ο δάσκαλος του Ισραήλ κι αυτά τα πράγματα δεν τα ξέρεις; Σε βεβαιώνω πως για εκείνο που ξέρουμε μιλάμε και για εκείνο που είδαμε δίνουμε τη μαρτυρία μας, κι όμως τη μαρτυρία μας δεν τη δέχεστε. Αν τα γήινα πράγματα που σας είπα, δεν τα πιστεύετε, πώς θα πιστέψετε αν σας πω για τα ουράνια; Όταν, μάλιστα, στον ουρανό δεν ανέβηκε κανένας, παρά μόνο αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Γιος του Ανθρώπου, που διαμένει στον ουρανό; Κι όπως ύψωσε ο Μωυσής το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Γιος του ανθρώπου, ώστε να μη χαθεί ο καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. Γιατί ο Θεός αγάπησε με μια τέτοια αγάπη τον κόσμο, ώστε πρόσφερε το Γιο του το Μονογενή, για να μην χαθεί ο καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια Διότι το Γιο του ο Θεός δεν τον έστειλε στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσω αυτού Όποιος πιστεύει σ’ αυτόν, δεν καταδικάζεται, αλλά όποιος δεν πιστεύει είναι ήδη καταδικασμένος, γιατί δεν έχει πιστέψει στο όνομα του Μονογενή Γιου του Θεού.


Τα παραπάνω είναι λόγια του Ιησού, που αναφέρονται στο τρίτο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη ευαγγελίου σε μετάφραση από το αρχαίο κείμενο και αποδοσμένα από τον υποφαινόμενο.

Ο απόστολος ενώ καταγράφει την ζωή και το έργο του Ιησού Χριστού από τη δική του σκοπιά, θεωρεί βασικό – και για αυτό αναφέρει τόσο νωρίς στο γραπτό του το περιστατικό αυτό –  αυτό που λέει ο Κύριος : Η αλήθεια είναι και σου το τονίζω πως αν κάποιος δε γεννηθεί ξανά, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού.

Γέννηση ξανά! Από αυτό το σημείο ξεκινούν όλα. Από αυτό το σημείο ο Θεός αρχίζει να εργάζεται στην ζωή μας. Πριν από αυτό συμβαίνουν πολλά: θρησκευτικές εμπειρίες, θαύματα, παρουσιάσεις αγίων ανθρώπων, όνειρα,  Αλλά το ταξίδι δεν έχει αρχίσει ακόμα. Το ξέρω γιατί  έζησα για πολλά χρόνια σε αυτή την κατάσταση πριν τη γέννηση που αναφέρω. Δεν μου πέρναγε καν από το μυαλό ότι η ζωή μου που θεωρούσα εντάξει για το Θεό και αφορούσε τη θρησκευτική και ηθική μου συμπεριφορά, για Αυτόν δεν υπήρχε. Έλεγχα τα πάντα σχετικά΄με αυτά τα θέματα. Πρόσεχα, ήμουν αυστηρός με τον εαυτό μου αλλά και με τους άλλους. Είχα γεμίσει την ζωή μου με θρησκευτικές βεβαιότητες με στόχους που τους όριζα και τους εκπλήρωνα εγώ. Όσο κι αν μου κόστιζε το έκανα. Έπειτα αισθανόμουν αυτό το αίσθημα ότι είμαι τώρα αποδεκτός από το Θεό. Και ήμουν τόσο αποδεκτός όσο επιτυχημένοι ήταν οι στόχοι μου. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον.

Και μια μέρα όλα γκρεμίστηκαν. Αυτό που ήθελα να πιστεύω, αυτή η τακτοποίηση σε κουτάκια όλων των «πνευματικών» πραγμάτων στο μυαλό μου σκόρπισε. Η ζωή η ίδια και αυτά που ισχυριζόμουν με έφεραν σε ένα σημείο που η επιλογή που είχα ήταν ή συμβιβασμός με τη θρησκευτική ζωή που ήξερα και συνέχιση του «εμπορίου» με το Θεό, ( Σου δίνω καθαρή και καλή ζωή μου δίνεις ευλογία και υπόσχεση του παραδείσου), ή έξοδο από το θρησκευτικό σύστημα και αναμονή για κάτι που να μην το κάνω εγώ να μη του δίνω ζωή, κάτι που να έρχεται από τον ουρανό.

Όλη μου τη ζωή  ως εκείνη τη στιγμή την είχα ζήσει έτσι. Αντλώντας δύναμη από τον εαυτό μου. Δεν είχα ζήσει και πολλές δυσκολίες και έτσι νόμιζα ότι τα καταφέρνω. (Αργότερα διάβασα μια μοναδική λέξη για αυτή την κατάσταση από τον Χ. Γιανναρά, τη λέξη Αυτοζωή.)

Νόμιζα ότι πάντα θα τα καταφέρνω να νικάω τον «κακό» εαυτό μου. Ζούσα χωρίς την παρέα του Θεού. Για όλα ήμουν υπεύθυνος εγώ. Νικητής ή ηττημένος στρεφόμουν προς τον εαυτό μου. Κι όταν τελικά έπιανα τον εαυτό μου να αμαρτάνει είχα την «πνευματική» παρακεταμόλη την εξομολόγηση και τη συγχώρεση. Άλλα δεν ήταν έτσι.

Κάποια στιγμή ένας άνθρωπος -καλή του ώρα- αμφισβήτησε όλα το θρησκευτικό τρόπο που ζούσα ρωτώντας με, έχεις γεννηθεί από το Θεό;

Εγώ είπα ναι ! Μετά λοιπόν με ρώτησε : Πότε ; Δεν ήξερα πότε. Αυτό που ήξερα ήταν ότι  πάντα ήθελα να είμαι εντάξει με το Θεό, δεν ήθελα φασαρίες στη συνείδησή μου δεν ήθελα φόβους. Κι όσο για τη γέννηση το θεωρούσα μια προσωπική μου ανθρώπινη απόφαση, στην οποία θα έπρεπε μετά να είμαι διαρκώς εστιασμένος, αν θέλω να είναι αληθινή.

Το θρησκευτικό σύστημα βασίζεται σε κάτι πολύ παλιό και πολύ κοινό, που μοιάζει με ένα σλόγκαν όπως «Ο άνθρωπος στην εξουσία της ζωής του» Ακόμα κι αν αυτό έχει να κάνει με θέματα που δεν είναι δικά του αλλά ανήκουν στον αιώνιο Θεό ο άνθρωπος ορίζει τυπικά, λειτουργικά, δέχεται και απορρίπτει σύμφωνα με την δική του σκέψη και εξουσία.  Σε όλες τις θρησκείες υπάρχει ένα τυπικό για την είσοδο σε αυτή, μετά κανόνες για το αγαθό, για το σωστό τρόπο ζωής και μια φιλοσοφική λύση για το θέμα της ανθρώπινης ενοχής. Εγώ οφείλω να επιλέξω τη θρησκεία, να επιλέξω το αν και το πότε, να   επιλέξω το πως – υπακούοντας βέβαια σε κάτι που έχει οριστεί από άλλους. Όλα εξαρτώνται από εμένα.

Εδώ όμως συνέβαινε κάτι άλλο. Χρειαζόταν να γεννηθώ από κάποιον άλλο, τον Θεό. Εδώ έπρεπε να αφήσω τη ζωή μου στα χέρια κάποιου άλλου που μπορεί ως χριστιανός να διακήρυτα ότι με αγαπάει αλλά δεν εννοούσα να αφεθώ σε αυτόν τελικά. Συνέβαινε κάτι πολύ παράξενο. Ενώ ισχυριζόμουν ότι έχω κοινωνία με το Θεό δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα συνέβαινε σε μένα κάτι από Αυτόν.

Τελικά άφησα όλη τη θρησκευτική μου συμπεριφορά. Σταμάτησα τις προσευχές και τις θρησκευτικές μου δραστηριότητες διάβαζα μόνο την Αγία Γραφή για να πάρω πληροφορίες σχετικά με το Θεό και τότε μια μέρα ανακάλυψα ότι είμαι αμαρτωλός. Πάντα το ήξερα και πάντα το έλεγα μάλλον επαναλαμβάνοντας λόγια άλλων. Αλλά αυτό το πράγμα ήταν κάτι άλλο. Ξαφνικά μου αποκαλύφθηκε το πόσο ολοκληρωτικά ήμουν διεφθαρμένος.  Το πόσο κακό υπήρχε φωλιασμένο μέσα μου. Να μην τελειώνει όσο κι αν προσπαθείς να το βγάλεις να το σβήσεις τέλος πάντων. Μέσα μου γέμισα απελπισία γιατί ακόμα και αυτά που φάνταζαν καλά τα έβρισκα φαύλα. Η ενοχή μου μπροστά στο Θεό για όλα τα πράγματα που είχα πράξει «καλά» και κακά ζώντας μακριά του μου έγινε αντιληπτή σαν ένα αβάσταχτο βάρος. Και κάθε πρωί που ξυπνούσα η πρώτη μου σκέψη ήταν «Όμως δεν είσαι εντάξει με τον Θεό»  Κάπου στη Γραφή είχα διαβάσει τότε ότι ο Θεός δικαιώνει τον ασεβή. Και είπα από μέσα μου φαίνεται για να είμαι σε αυτό το χάλι ούτε καν ασεβής δεν είμαι.

Έμεινα σε αυτή την κατάσταση για μερικούς μήνες ζητώντας από το Θεό να με σώσει. Δεν μπορούσα να αντέξω την σκέψη του θανάτου. Είχα χάσει κάθε αυτοπεποίθηση για τη θρησκευτική μου ζωή . Μάλιστα μου φαίνονταν όλα τόσο ψεύτικα που ούτε τους έδινα σημασία. Ενω πίστευα οτι αυτά που περιγράφει η Γραφή είναι αλήθεια αναρωτιόμουν πως θα μπορούσα να είμαι σίγουρος οτι αυτά ισχύουν για μένα. Όταν κάποιο βράδυ  διάβαζα για πολοστή φορά το τρίτο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους το σημείο που λέει:

«Και η δικαιοσύνη αυτή του Θεού, που σαν βάση της έχει την πίστη στον Ιησού Χριστό, προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους και εφαρμόζεται πάνω σε όλους εκείνους που πιστεύουν, χωρίς καμιά διάκριση.  Γιατί όλοι αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα του Θεού. Έτσι, η δικαίωσή τους γίνεται δωρεάν με τη δική του χάρη, μέσω του απολυτρωτικού έργου του Ιησού Χριστού,  τον οποίο όρισε ο Θεός να γίνει, δια της πίστεως, το μέσο εξιλέωσης με το ίδιο του το αίμα, και να φανεί έτσι η δικαιοσύνη του και για τα αμαρτήματα του παρελθόντος, τα οποία παραβλέφθηκαν, χάρη στην επιείκεια του Θεού. Για να φανεί έτσι η δικαιοσύνη του στη δική μας τωρινή εποχή, ώστε να αποδειχτεί πως είναι δίκαιος και δικαιώνει όποιον πιστεύει στον Ιησού»

αυτό το η»η δικαίωση τους γίνεται δωρεάν» με χτύπησε σα κεραυνός. Μια εφ’ όλης της ύλης άνακατάταξη άρχισε μέσα μου και σε δευτερόλεπτα το βάρος της ενοχής που αισθανόμουν εξαφανίστηκε και πλημμύρισα χαρά. Οι φόβοι μου για το θάνατο εξαφανίσθηκαν Αισθανόμουν συγχώρεση για όλους τους ανθρώπους. Μια ελπίδα και μια σιγουριά για το μέλλον, και θάρρος να ζήσω με το Θεό όπως με κάποιον πολύ δικό μου.

Φυσικά δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να έχει παρόμοια εμπειρία με μένα. Δεν είναι καν η εμπειρία το ζητούμενο.  Θα μπορούσε πιθανώς να παραχθεί απο την απατηλή καρδιά μας χωρις πραγματικό αντίκρισμα. Θέλω όμως να πω οτι υπάρχει Ζωή που πηγάζει απο το Θεό και «ζωή» που πηγάζει απο τον άνθρωπο.  Η Ζωή απο το Θεό έχει μιαν αρχή,  ένα σημείο εκκίνησης, μετά το οποίο χύνεται στη ζωη μας, και αυτό είναι το ζητούμενο.

Δεν με ενδιαφέρει να ορίσω απο που έρχεται ο αέρας και που παει, μου αρκεί να φυσσάει. Να ακούω τη βοή του και να βλέπω τα ξερά φύλλα να στροβιλίζονται στις γωνίες.


Posted under: Θεμελιώδη

Tagged as: , ,

Share this:

2 comments

  • Μεθόδιος on 3 Οκτωβρίου 2013 at 14:49 said:

    Εντυπωσιακό κείμενο!!!
    Καλή συνέχεια αδελφέ στον αγώνα σου!
    Σήμερα βρήκα τη σελίδα σου!
    Θα διαβάσω όσες περισσότερες μπορώ!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.