Μαρίνα

Βγήκε βιαστικά από το μπαχαρτζίδικο και κατέβαινε την Ευριπίδου. Βιαζόμουν και ήθελα να την προσπεράσω.

Συγνώμη!  είπα περιμένοντας να παραμερίσει. Εκείνη χωρίς να σταματήσει εντελώς να περπατάει γύρισε και κοίταξε προς το μέρος μου. Ήταν μια κυρία όχι πολύ ψηλή, την κοίταξα φευγαλέα, είχε έντονα χαρακτηριστικά, πρόσωπο με στενό μέτωπο και κατάμαυρο μαλλί τραβηγμένο πίσω σε κότσο. Λεπτή κορμοστασιά, αποφασιστικές κινήσεις κι αν και φανερό ότι τα χρόνια της ανηφόριζαν για τα καλά, διατηρούσε μια κοριτσίστικη χάρη.

Η γυναίκα παραμέρισε, είπα ευχαριστώ και συνέχισα βιαστικά, όταν δέκα βήματα ποιο κάτω ένας διαβολεμένος θόρυβος σχεδόν πίσω μου με ξάφνιασε και γύρισα να κοιτάξω.

Έκπληκτος είδα ένα βαρυφορτωμένο καρότσι να έχει καβαλήσει το πεζοδρόμιο και να έχει  πέσει ίσια επάνω στη γυναίκα. Αυτή κείτονταν πεσμένη κάτω με έναν μορφασμό πόνου στο λεπτό της πρόσωπο. Παντού γύρω της πεσμένο το φορτίο του καροτσιού

Τρέξανε οι άλλοι, έτρεξα και εγώ.  – Είστε καλά; της είπα. Χαμογέλασε δύσκολα.

– Μάλλον καλά είμαι αν δεν έσπασα τίποτε. Έκανε προβληματισμένη.

– Πονάτε κάπου;

– Χαμηλά. Στην γάμπα κοντά στον αστράγαλο.

Την βοηθήσαμε να σηκωθεί. Της μάζεψα τα ψώνια, τα χυμένα κάτω. Κάποιος από το απέναντι συνοικιακό ταβερνάκι την κάλεσε να μπει να κάτσει στο μαγαζί του. Της έφερε και πάγο να βάλει στο πόδι της.- Δόξα σοι ο Θεός. Έκανε κάπως ανακουφισμένη.

– Θα μπορούσατε να έχετε χτυπήσει άσχημα. Είπα τακτοποιώντας τις τσάντες της κοντά της.

– Φοβάμαι πως… Έκανε και κάτι πήγε να πει.

– Τι μπορεί να σου συμβεί βρε παιδί μου, από την μια στιγμή στην άλλη, μονολόγησα.

– Όλη η ζωή παιδί μου είναι ένα περπάτημα σε στροφή. Και λέγοντάς αυτό, κοίταξε  προς τα επάνω και με χαμόγελο, σαν να έβλεπε κάποιον είπε «ευχαριστώ».

«Κόλλησα» με αυτό το ευχαριστώ. Με αυτό τον τρόπο, έτσι που το είπε με το χαμόγελο…  Συνήρθα από τις σκέψεις μου και συνειδητοποίησα ότι η γυναίκα κάτι έλεγε ακόμα στους γύρω.- Βέβαια οι περισσότεροι νομίζουμε ότι εάν ξέραμε από πριν το μέλλον όλα θα ΄ταν καλύτερα αλλά σφάλουμε. Δεν έχει καμία σημασία αυτό.

Κοντοστάθηκα μα τελικά άκουσα τη φωνή μου να λέει.

– Και τι έχει σημασία κατά τη γνώμη σας; Κι απόμεινα παραξενεμένος για τον τρόπο που επικοινωνούσα με μια άγνωστη γυναίκα. Με κοίταξε ερευνητικά

– Χμ! Σημασία έχει, ένα σήμαντρο που διαρκώς σημαίνει μέσα σου μια  αναστάτωση. Που  βαραίνει, εσένα και όποιους άλλους. Και πρόσθεσε αναστενάζοντας. Αααχ! Ευτυχώς που κάποιος κρατάει τα χαλινάρια…

Έμεινα αποσβολωμένος. Το «σήμαντρο» επανέλαβα από μέσα μου και κάτι δάγκωσε την ψυχή μου. Κι αμέσως μετά, άλλη σκέψη «Τι να ξέρει αυτή για μένα;»  Πως το είπε αυτό το  «σημαίνει μέσα σου μια αναστάτωση»…. «που βαραίνει»…- Πως αισθάνεσθε τώρα; Την ρώτησα μη θέλοντας να δείξω την ταραχή μου.

– Μην ανησυχείς παιδί μου. Είμαι πολύ καλά. Μάλιστα θα σηκωθώ να πάω στο σπίτι μου.

– Μα πως…

– Μην ανησυχείς μένω, εδώ δυο βήματα, στη γωνία.

Σηκώθηκε και επέμενε να φύγει, επέμενα όμως κι εγώ να τη βοηθήσω. Τελικά στηρίχτηκε επάνω μου και την πήγα μέχρι την αυλόπορτά της. – Σε ευχαριστώ μου είπε, και μου έτεινε το χέρι για χειραψία.

– Το Θεό. Απάντησα, δίνοντας το χέρι.

– Με λένε Μαρίνα, είπε απλά. Αν βρεθείς άλλοτε απ’ τη γειτονιά μας και διψάσεις, ένα ποτήρι κρύο νερό πάντα υπάρχει, έκανε χαμογελαστή. Έγνεψα, ναι

Την υπόλοιπη μέρα συνέχισα τις δουλειές μου αλλά τα λόγια της Μαρίνας τριβέλιζαν το νου μου.   Περίεργα λόγια συλλογιζόμουνα, και δως του τα ξανάφερνα στο νου μου: «ένα σήμαντρο που διαρκώς σημαίνει μέσα σου μια αναστάτωση. Που βαραίνει, εσένα και όποιους άλλους». Δεν ήταν ότι καταλάβαινα τα λόγια αυτά, ότι μπορούσα να τα  εξηγήσω σε έναν άλλο, αλλά να! τα αισθανόμουν. Το γνώριζα αυτό το βάρος. Αυτή την κρυφή έγνοια, κι αυτή την ανατριχίλα πίσω στην πλάτη όταν άκουγα  για τα δύσκολα. Φαίνεται δεν είμαι ο μόνος συλλογίστηκα, και σφούγγισα την σκέψη με άλλες αδιάφορες. Το άλλο πρωί όμως πάλι η ίδια φράση με περίμενε στην άκρη του μυαλού μου καθώς ξύπνησα.

Αποφάσισα μετά το μεσημέρι να πάω να την βρω.

Η πόρτα ήταν μια στενή παλιά καγκελόπορτα που άνοιγε σε έναν διάδρομο. Μέσα από αυτόν ένωνε τον μικρό αστικό πολύβουο δρόμο με μια εσωτερική πρασιά ενός παλιού σχεδόν εγκαταλειμμένου νεοκλασικού. Μπήκα και περπάτησα τα πρώτα βήματα. Στη μύτη μου έφτανε πότε μυρωδιά από βρεγμένο χώμα, και πότε μυρωδιά από βρεγμένο παλιό ξύλο. Άφησα την πρασιά και έστριψα στο δεξί μου χέρι ίσια σε μια στριφτή μεταλλική σκάλα υπηρεσίας.

Μια πόρτα έτριξε δεξιά μου και στο άνοιγμα της φάνηκε η κυρία Μαρίνα. – Χμμ δίψασες; Έκανε καλόκαρδα.

– Σίγουρα! έκανα, ανταποδίδοντας το χαμόγελο.

– Κόπιασε γιε μου.

Ανέβηκα με γρήγορα βήματα την μεταλλική στριφτή σκάλα υπηρεσίας και τρύπωσα από την παλιά ξύλινη πόρτα στο σπίτι.

Η μυρωδιά του παλιού σερνόταν ακόμα στα ρουθούνια μου, ενώ η λεπτή ομορφιά που στόλιζε το δωμάτιο άρπαζε την ματιά μου από παντού. Ήταν ένα φωτεινό δωμάτιο. Στην άκρη ένα παλιό σερβάν στρωμένο στο πάνω μέρος του με γυαλιστερό πρασινόμαυρο μάρμαρο. Ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο που το στεφάνωναν μακριές κουρτίνες που κατέβαιναν σχεδόν από το ταβάνι μέχρι κάτω. – Κάθισε. Μου είπε. Εκτός απ’ το κρύο νερό έχω και γλυκό βύσσινο απ’ τα χέρια μου.

– Κυρία Μαρίνα, μην κάνετε φασαρίες.

– Σκέτο Μαρίνα, είπε κόβοντάς με ήσυχα, και μην νοιάζεσαι δεν είναι φασαρία αυτό.

– Ξέρετε ήρθα επειδή νομίζω ότι γνωρίζετε την απάντηση για κάτι που θα ήθελα να σας ρωτήσω.

Με κοίταξε παραξενεμένη.

– Χτες όταν συναντηθήκαμε, είπα σπάζοντας την σιωπή, μου είπατε κάτι και το σκέφτομαι ολοένα. Η Μαρίνα με κοίταζε συνεχίζοντας να μην καταλαβαίνει. Να για ένα σήμαντρο που διαρκώς σημαίνει μέσα μας μια αναστάτωση. Για ένα βάρος…

Ξαφνικά το πρόσωπό της φώτισε. Πετάχτηκε!

– Αυτό λεβέντη  σίγουρα θέλει κρύο νερό και γλυκό βύσσινο. Και εξαφανίστηκε πολύ σβέλτα για την ηλικία της στο διάδρομο.

Περιμένοντας να γυρίσει περιεργαζόμουν τριγύρω μου. Τα πάντα φαίνονταν βαμμένα με ένα άρωμα γαλήνης. Τυλιγμένα σε σιωπή. Ωστόσο αυτή η σιωπή δεν ήταν από τις στενάχωρες, καθώς η γαλήνη σκόρπιζε παντού σαν άρωμα γιασεμιού, διακριτικό και σίγουρο. Πολιορκούσε το χώρο δίνοντας ένα διαφορετικό τόνο στον ήχο του κουρδιστού ρολογιού που ήταν ακουμπισμένο στο παράθυρο. Έξω απ’ το τζάμι ένα  κίτρινο άνθος ιβίσκου λικνιζόταν στο ελαφρό αεράκι που το πήγαινε εδώ και εκεί.- Το νερό και το βύσσινο! έκανε με ικανοποίηση αφήνοντας στο τραπέζι το δίσκο με το κέρασμα και διακόπτοντας θριαμβευτικά κάθε σκέψη μου.

– Πέρασες λοιπόν. Και με κοίταγε ίσια στα μάτια. Έγνεψα ναι με το κεφάλι. Ξέρεις αυτό το νερό το έχω υποσχεθεί σε άντρες και σε γυναίκες αλλά πολύ λίγοι πέρασαν να το πιούνε,  έκανε με ένα χαμόγελο ελαφράς απογοήτευσης.

– Είναι αλήθεια, έκανα αμήχανα, αλλά αυτά τα λόγια δεν με άφηναν σε ησυχία. Ήρθαν και προστέθηκαν στα ερωτηματικά που προθέτονται επάνω μου από τότε που ήμουν έφηβος

– Ώστε έτσι… έκανε σκεφτική. Είσαι και εσύ από αυτούς που αναρωτιούνται…

– Για τη Ζωή, είπα κόβοντάς την. Και θέλω να σας ρωτήσω για αυτό το σήμαντρο… για  την αναστάτωση. Τι εννοείτε;

Είχε ένα σοβαρό ύφος τώρα. Μάλλον σκεφτόταν κάτι. Έξαφνα με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, λέγοντας:

– Τι ψάχνεις παιδί μου;

Δεν μιλούσα κοίταγα έξω τον κίτρινο ιβίσκο. Είχα ακούσει ότι το κίτρινο είναι για κάποιους λαούς το χρώμα της ευτυχίας μα για μένα δεν ήταν τίποτα. Απλώς αναβόσβηνε την ύπαρξή του. – Ψάχνω να ησυχάσω την αναστάτωση από κάτι μέσα μου  που ρωτάει διαρκώς για την ζωή, για τον πόνο γύρω μου, για τον Θεό, για μένα… Ξέρω ότι υπάρχει ένα νερό που ξεδιψάει και δεν το ήπια ποτέ. Ξέρω επίσης ότι υπάρχει μια ζωή που δεν τελειώνει…

– Καταλαβαίνω είπε η Μαρίνα με έξαψη.

– Έτσι όταν είπατε για τα λόγια σοφίας και αναστάτωσης σκέφτηκα ότι θα ξέρατε.

– Ξέρεις δεν συμβαίνει σε όλους με τον ίδιο τρόπο, αλλά το τέλος είναι το ίδιο. Έκανε αινιγματικά, και συνέχισε. Να ευχαριστάς που κάτι σε ρωτάει. Και για αυτή την αναστάτωση να ευχαριστάς.

Σηκώθηκε βιαστικά και τράβηξε για το σερβάν και πήρε ένα βιβλίο ντυμένο με πράσινο ασημόχαρτο.

– Κοίτα μου λέει στο βιβλίο αυτό λέει ένα σωρό πράγματα για αυτό που ρωτάς.

Δεν ήθελα να κοιτάξω το βιβλίο, δεν έπαιρνα κάποια άμεση απάντηση σε αυτά που ρώταγα και δεν με ένοιαζε τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή. 

– Αυτό είναι ένα βιβλίο πολύ γνωστό. Πολλοί το έχουν για αγιωτικό και φυλαχτό. Άλλοι δεν το ακουμπούν καν, από φόβο. Πολύ λίγοι όμως γνωρίζουν το περιεχόμενο του.

Ήταν σα να ήξερα από την αρχή που μπήκα σε αυτό το σπίτι την εξέλιξη αυτή, τόσο που δεν παραξενεύτηκα. -Το βιβλίο το ξακουστό κι όμως άγνωστο, έκανα σιγά.

– Πως ; το ξέρεις;

– Το έχω χιλιοδιαβάσει.

– Εκεί είναι όλα αγόρι μου. Εκεί κάποιος που μας αγάπησε… και η φωνή της έσπασε. Όλα για την αγάπη τα έκανε κι ακόμα συνεχίζει με αυτό τον τρόπο να μας κοιτά. Να μας λέει καλημέρα κάθε πρωινό. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της αβίαστα τώρα.

– Γιατί κλαίτε; Μήπως είπα κάτι …

– Όχι αγόρι μου, αλλά μπροστά στην αληθινή αγάπη δεν μπορώ. Λιώνω. Θέλω να κάθομαι στο παράθυρο και να κοιτάω την αγάπη Του που γίνεται ήλιος, που γίνεται ιβίσκος, και χιλιάδες μυρωδιές, χρώματα, κελαδίσματα, γεύσεις. Που γίνεται αυτός που είναι και έρχεται και με συναντά στην καρδιά μου … πάλι και πάλι…

– Σου δίνει από το νερό του, θα μου πεις τώρα, σου δίνει από το νερό του. Έκανα ταραγμένος και σχεδόν οργισμένος.

– Όχι παιδί μου πως σου ήρθε κάτι τέτοιο. Σου δίνει το χέρι του και σε ελευθερώνει από τους φόβους σου και η αναστάτωση τελειώνει και βρίσκεις το λιμάνι σου.

– Ε… Αυτό ρωτάω λοιπόν, πως γίνεται αυτό το πράγμα; Θέλω να το κάνω να γίνει και σε μένα.

Χαμογέλασε, με κατανόηση. – Δεν υπάρχει τρόπος  που να μπορώ να στον πω, ώστε «να το κάνεις να γίνει». Εγώ μπορώ να σε «πάω» μέχρι… κοντοστάθηκε, μέχρι ας πούμε την «πόρτα του». Μετά πρέπει να περιμένεις κι αυτός σίγουρα θα ανοίξει.

– Φαίνεται ότι εσένα σου άνοιξε.

– Με εμένα έγινε διαφορετικά, είπε και κοίταξε στο παράθυρο. Στον πόλεμο έχασα τους γονείς μου. Δεν ήταν μεγάλοι αλλά βλέπεις η πείνα…  τότε ήρθε στην ζωή μου ο Κρηκόρ[1], ένας γλυκός άνθρωπος, έπαιζε μαντολίνο τα βράδια. Αγαπηθήκαμε. Μα τον έπιασαν στο μπλόκο της Κοκκινιάς οι Γερμανοί  και τον σκότωσαν.

– Να βλέπεις; γιατί όλα αυτά… έκανα από ξεχασμένη αγανάκτηση.

– Θες να ακούσεις την συνέχεια; Έκανε κόβοντας μου τη φόρα.

– Συμφορά πάνω στην συμφορά. Έκανα.

– Είχε όμως και συνέχεια. Ήμουν μόνη και έρημη ο πόλεμος είχε τελειώσει. Και τότε ήρθε ο Παντελής. Να μην στα πολυλογώ, μου υποσχέθηκε να με παντρευτεί, αλλά τελικά με ξεγέλασε, και κατέληξα στα «σπίτια» είπε ξερά.

– Πως ! Έκανα κατάπληκτος.

– Ναι συμβαίνουν και αυτά. Το κανονικό μου όνομα είναι Μαηρανούς[2], μα μετά από αυτό ήθελα να χαθώ να μην ξέρουν για μένα τίποτε και το έκανα Μαρίνα, και «χάθηκα» από όλους.

 Εδώ η Μαρίνα κοντοστάθηκε. Εγώ σιωπούσα. Είχε δέσει τα χέρια στο στήθος και κοίταγε και πάλι έξω. Συνέχισε όμως. – Άξαφνα, ένα μεσημέρι, κάποιος  μπήκε στο δωμάτιο του «σπιτιού» που δούλευα. Καθόμουν ανάποδα σε μια καρέκλα, με τα νώτα μου προς την πόρτα, και τα χέρια ακουμπισμένα στην πλάτη της. Δεν τον κατάλαβα που μπήκε. Κοίταζα από το ανοιχτό παράθυρο και κάπνιζα ξεχασμένη στις σκέψεις μου, όταν αισθάνθηκα ένα χέρι να χαϊδεύει το κεφάλι μου. Στράφηκα ξαφνιασμένη. Κανείς από αυτούς που ήξερα δεν μου φερόταν έτσι. Γύρισα απότομα να δω ποιος είναι. Ήταν ένας άγνωστος νεαρός άντρας, με πολύ γλυκό πρόσωπο, με μάτια που κοίταζαν διαπεραστικά.

– Μαηρανούς μου κάνει, υπάρχει μια άλλη ζωή για σένα. Μια ζωή για να τη ζήσεις. – Που ξέρεις το όνομά μου, του είπα ταραγμένη. – Στην περίπτωσή σου το να ξέρω το όνομά σου ήταν το πιο εύκολο. Είπε ήσυχα.

– Πως; ψέλλισα. Στάθηκε τότε μπροστά μου έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι μου και με κοίταξε στα μάτια.

– Μπορώ να στη δώσω εγώ, είπε συνεχίζοντας την πρώτη φράση του.

– Είναι αδύνατο να φύγω από εδώ είπα.

– Όχι δεν είναι . Σήκω φόρεσε τα ρούχα σου, θα βγεις μαζί μου από εδώ μέσα και δεν θα χρειαστεί να ξανάρθεις ούτε να κάνεις άλλο αυτή τη δουλειά. Όσο τρελό κι αν ακούγεται όλο αυτό, αυτά τα λόγια ήρθαν και καρφώθηκαν στο μυαλό μου σαν απόλυτα φυσιολογικά και δυνατά να γίνουν. Σαν μια πραγματικότητα σκεπασμένη με ένα σεντόνι που κάποιος το σήκωνε και μου τη φανέρωνε. Ξαφνικά αισθανόμουν εμπιστοσύνη σε αυτόν και σιγουριά. Σηκώθηκα, και σβήνοντας το τσιγάρο στο τσιγαροπιατάκι, άρπαξα το φουστάνι μου από την κρεμάστρα και το φόρεσα σβέλτα. Σουλούπωσα τα μαλλιά μου και έτσι με τις παντόφλες τον κοίταξα ξανά σα παιδί που ρωτάει με τα μάτια.

– Και παπούτσια, είπε, γιατί έχεις δρόμο. Τα φόρεσα και τον ξανακοίταξα. Μου έτεινε το μπράτσο, και έτσι απλά άνοιξε την πόρτα και βγήκαμε. Περάσαμε δίπλα από τις άλλες κοπέλες και τους πελάτες που περίμεναν, αλλά δεν μας μίλησε κανείς. Λες και δεν μας είδαν.

Ήμουν σαστισμένος και ζήλευα αφόρητα. Ωστόσο αυτή ήταν η δική της ιστορία και εγώ ζούσα τη δική μου. – Μπορείς να με πας ως την «πόρτα» Του; Είπα κόβοντάς την, ενώ αισθανόμουν το λαιμό μου ξεραμένο.

– Ίσως και να μπορώ, έκανε και έφυγε πάλι  βιαστικά για την κουζίνα αφήνοντας με στην απορία.

– Γύρισε γρήγορα. Κρατούσε ένα μπουκαλάκι ανοικτό στο ένα χέρι και το καπάκι στο άλλο. Την κοίταξα απορημένος. Τα μάτια της χαμογελούσαν.

– Άνοιξε το χέρι σου, μου κάνει. Δίσταζα. Άνοιξε το ντε, μου κάνει καλόκαρδα.

Μου έπιασε το χέρι και έριξε πάνω του λίγο από το περιεχόμενο. Κοίταγα στο χέρι μου μερικά μικροσκοπικά καστανόμαυρα μπιλάκια και συνέχιζα να μην καταλαβαίνω.

– Τι είναι αυτό είπα σαστισμένος.

– Ο Δημιουργός τους μίλησε για αυτά. Είναι σπόροι σιναπιού.

Δεν είχα δει ποτέ μου σπόρους σιναπιού. Το μόνο που θυμόμουν την αναφορά του Ιησού στο βιβλίο το ξακουστό κι όμως άγνωστο. – Και λοιπόν; Τι σχέση έχουν αυτά με την πόρτα;

– Στην πόρτα του φτάνεις με πίστη μικρότερη και από αυτά.

– Πως το είπατε αυτό; Έκανα χαμένος.

– Εμπιστέψου Τον παιδί μου. Είναι ανάγκη να Τον εμπιστευτείς. Είναι όπως όταν είσαι σε επίσκεψη και σου λένε: Ας περάσουμε στο τραπέζι όλα είναι έτοιμα. Τι κάνεις τότε;

– Πάω στο τραπέζι. Αλλά μια στιγμή, είπατε χρειάζεται μικρότερη πίστη από το σπόρο του σιναπιού;

– Είπα αυτό που λέει ο Ιησούς, ότι εάν η πίστη σου είναι σαν του σιναπιού μπορείς να μετακινήσεις ένα βουνό και δεν νομίζω να σου φαίνεται μεγάλος ο σιναπόσπορος.

Δεν ήξερα τι άλλο να πω μόνο το στήθος μου φούσκωνε από το αδιέξοδο. Ήξερα το βιβλίο το διάβαζα, θυμήθηκα όλα αυτά που ήξερα για τη χριστιανοσύνη τις τελετές, τα δόγματα, και την ιστορία της. Ωστόσο μια απλή και άγνωστη γυναίκα είχε την πείρα από κάτι που δεν υπήρχε τρόπος να το φτάσω με τους γνωστούς μου τρόπους. Αυτό με την πίστη πως το κάνεις… η Μαρίνα όμως συνέχιζε. – Κοίταξε με, είναι όπως όταν έχεις να κάνεις με ένα πρόσωπο, με κάποιον που σου λέει αλήθεια, που σε κοιτάει, που σου μιλάει και του ανταποκρίνεσαι  φυσιολογικά. Αν φέρ’ ειπείν, σου πω: «περίμενε μια στιγμή φέρνω βύσσινο», και σε λίγο το φέρω, αν σου λέω «έχω ετοιμασμένο ένα δώρο για σένα» και στο δίνω, αν σου λέω «περίμενε λίγο να κόψω μερικά λουλούδια από ιβίσκο να τα βάλεις στο ανθοδοχείο σου» και σε δυο στιγμές τα έχω κόψει και στα δίνω, μετά, όταν σου πω: «λοιπόν θα σου πλέξω ένα κυπαρισσί πουλόβερ έτσι για δώρο» η πείρα σου ότι κάνω αυτό που  λέω σε κάνει την άλλη εβδομάδα που θα έρθεις, να περιμένεις να το δεις. Αυτό συμβαίνει μέσα σου λόγω της πίστης. Το ότι σου λέω αλήθεια γεννάει πίστη μέσα σου.

– Τι έγινε λοιπόν στη συνέχεια; έκανα για να πάω αλλού τη συζήτηση, είχα και αρκετή περιέργεια.

– Μετά με έφερε εδώ.

– Εδώ; Ακριβώς σε αυτό το σπίτι;

– Ναι. Χτύπησε την πόρτα. Μας άνοιξε ένα γεροντάκι που αμέσως μου χαμογέλασε. Δεν άργησα να γνωρίσω τον επιστήθιο φίλο του πατέρα μου. «Περίμενα ότι τελικά θα έρθεις. Μου λέει. Πως με βρήκες;» Κοίταξα παραξενεμένη πλάι μου αλλά ο νεαρός άντρας είχε χαθεί. Δεν ήξερα ακόμα τότε. Ο κυρ Γιάννης με υποδέχθηκε σαν κόρη του. Από αυτόν έμαθα για το βιβλίο το ξακουστό και όμως άγνωστο.

– Ώστε έτσι λοιπόν.

– Ναι αγόρι μου. Αυτή είναι η πόρτα. Το ότι σε καλούνε να μπεις σε μια άλλη κατάσταση που όλα αυτά που μπορείς, αυτά που έχεις δεν μετράνε. Ότι οι δυνάμεις και ο ζήλος σου δεν φτάνουν και η ίδια η ζωή σου, της πέφτει μικρή. Κι ότι όσο πλησιάζεις συνειδητοποιείς ότι στην ουσία δεν μπορείς ούτε καν να «πιστεύεις» καθώς οι βεβαιότητες για τον εαυτό σου χάνονται ολοένα και περισσότερο. Να ξέρεις όμως ότι πίσω από όλα αυτά είναι Εκείνος. Βρίσκεται πίσω από την πόρτα, και είναι αυτός που σε καλεί. Ανεξάρτητα το πόσο μακριά Του αισθάνεσαι, σε καλεί σταθερά. Είναι πιστός και κάνει αυτό που λέει. Κι όλα είναι από την αγάπη Του και είναι δώρο.

Ο ήλιος είχε γύρει καθώς ανηφόριζα την Ευριπίδου. Περνώντας έξω από τον Άγιο Θεόδωρο, το βραχνό μεγάφωνο έφερνε παντού γύρω μου φωνή από τον παπά που έψελνε  την αρχή του εσπερινού: «Ευλογητός ο Θεός πάντοτε, νυν και αεί και …» ήξερα την συνέχεια: και εις τους αιώνες των αιώνων μουρμούρισα. Εις τους αιώνες των αιώνων,  εις τους αιώνες των αιώνων ήταν σαν να αντήχησε μέσα μου. Όλο το δέος για αυτό που δεν τελειώνει ποτέ με συνεπήρε, κι ένοιωσα στην πλάτη την ανατριχίλα που γνώριζα, αυτή που ένοιωθα στα δύσκολα.  Σύρθηκα ως το πρώτο παγκάκι της πλατείας Κλαυθμώνος και σωριάστηκα πάνω του. Έβαλα το κεφάλι μου στα χέρια και είπα έκφωνα έχω μπλεχτεί με το δρόμο Σου, με το νερό Σου, με το φως σου…  και με το σινάπι σου. Και το βουνό είναι πολύ μεγάλο. 


[1] Κρηκόρ, αρμένικο όνομα. Στα ελληνικά Γρηγόρης

[2] Μαηρανούς αρμένικο όνομα. Σημαίνει «Γλυκιά μητέρα»

Posted under: Προσωπικές σκέψεις

Share this:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.