Mahagony, το ολόγραμμα ενός κόσμου που πεθαίνει.

Σχεδόν κάθε άνθρωπος που είναι αποκομμένος από το Θεό έχει μέσα του κάποια αδιέξοδα, κάποια αιτήματα που δεν μπορεί να του καλυφθούν από το περιβάλλον και τις δραστηριότητες του, που δεν μπορεί να του απαντήσει το  θρησκευτικό σύστημα, η επιστήμη, η κοινωνία. Νιώθει μέσα του ότι δεν υπάρχει αληθινή αγάπη, δικαιοσύνη, αξιοκρατία, νιώθει ότι είναι παραγωγική μονάδα, με χαμένο το πρόσωπό του, ότι πρέπει μέσω πονηριάς και χειραγώγησης να πετύχει αυτονόητα πράγματα, ότι τα πάντα είναι συμβατικά, αβέβαια κι ο ίδιος ανασφαλής από κάθε μεριά.   Αυτά τα αναπάντητα αδιέξοδα συσσωρεύουν ένα απόθεμα ασυναίσθητης οργής που παραμένει κρυμμένο και σε ύφεση καθώς καλύπτεται από την καθημερινή ρουτίνα με τα επείγοντα της. Ωστόσο περιμένει  ένα έναυσμα, μια σπίθα για να βγει στην επιφάνεια της συνείδησης , να λάβει υπόσταση και να φουντώσει. Αυτό μπορεί να γίνει είτε μ’ ένα κοινωνικό γεγονός, είτε με λόγους δημαγωγών και ΜΜΕ, αλλά και σε μεγάλο βαθμό με την τέχνη.

Το «Μαχαγκόνυ» –η όπερα των Brecht- Kurt Weil-είναι ένα κατεξοχήν παράδειγμα αυτής της πρακτικής. Το μήνυμά του είναι το εξής: δεν υπάρχει τίποτα, ούτε αγάπη ούτε δικαιοσύνη, ούτε Θεός , ούτε καμμιά αξία. Όλα είναι γκρεμισμένα, γι αυτό κάνε ό,τι θέλεις. Ρίξου στον αμοραλισμό και σε κάθε μορφή κακού. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο να περιμένεις, καμμιά κόλαση αφού είσαι ήδη εγκλωβισμένος σ’αυτήν και δεν έχεις ελπίδα να ξεφύγεις.

Αυτή η ιδέα κρύβεται στην ψυχή αρκετών ανθρώπων, χωρίς να εκδηλώνεται ωστόσο, λόγω κοινωνικών φραγμών που ισχύουν ακόμα (φόβος κοινωνικής αποδοκιμασίας, αξιοπρέπεια, θρησκευτικά σεβάσματα κλπ) ‘Όταν ο ταλαίπωρος άνθρωπος δει αυτήν την άποψη να ζωντανεύει μπροστά του με έναν πολύ δυνατό τρόπο( ωραία μουσική, σκηνοθεσία γεμάτη σοκαριστικά ερεθίσματα), αγγίζεται εντός του αυτή η ασυνείδητη πτυχή και αυτομάτως ταυτίζεται με την ιδέα. Νιώθει ότι πραγματικά έτσι είναι τα πράγματα και η ψυχή του καταφάσκει με όλη της τη δύναμη παρασυρμένη από τη δύναμη του θεάματος. Βρίσκει έτσι έκφραση και εκτόνωση αυτό που λόγω κοινωνικών συμβάσεων συμπιέζεται μέσα του.

Το αποτέλεσμα είναι ότι διαμορφώνεται ένας μέσος όρος εντύπωσης για την πραγματικότητα που πλησιάζει στην ακρότητα του μηνύματος του έργου. Βεβαίως δεν αρχίζει ο άνθρωπος να φέρεται όπως οι ήρωες του «Μαχαγκόνυ» γιατί οι κοινωνικοί περιορισμοί ισχύουν ακόμα. Αυτό που συμβαίνει όμως, είναι ότι μέσα του αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται μια ιδέα για τη ζωή με περισσότερη απογοήτευση, ασχήμια, αισχρότητα, κυνισμό, απαξίωση,  κακοποίηση της έννοιας του έρωτα –ήδη ταλαιπωρημένης εξαιρετικά στην σύγχρονη εποχή- λιγότερη ελπίδα και θάρρος για θετικά πράγματα, και κυρίως γεμάτη ψεύδος. Γιατί όλο αυτό το οικοδόμημα στηρίζεται στην ιδέα ότι  δεν υπάρχει διαφυγή, λύτρωση – μην τολμήσεις να ελπίσεις – ο Θεός δεν είναι παρά  το εξάμβλωμα του αυστηρου κυριαρχικού  πάστορα που μόνο οργή έχει να εξαπολύσει.

Όμως η αλήθεια είναι τελείως αντίθετη: ο Θεός με χίλιους τρόπους στέλνει το μήνυμα ότι αγαπάει και μάλιστα διακαώς. Kαι ότι καλεί σε απελευθέρωση από αυτήν την κόλαση, ότι γλιτώνει κυριολεκτικά καθέναν που θα του φωνάξει «Θεέ μου σώσε με!». Του μεταμορφώνει τη ζωή, τον γιατρεύει,  ακόμα και μέσα σε περιβάλλον ζόφου αυτός θάλλει γιατί αντλεί ζωή και τροφοδοτείται με τα στοιχεία που του είναι απαραίτητα για να ζήσει: αληθινή  αγάπη, ασφάλεια.  Αυτό το μήνυμα ,ότι ο Θεός στην πραγματικότητα αγαπάει και μπορεί να απελευθερώσει, είναι ακριβώς που χτυπιέται από το έργο και αποτελεί τον πυρήνα του ψεύδους του. Αντί ο δημιουργός να  προβληματιστεί από το αδιέξοδο που φέρνει η εναντίωση στο Θεό[1] και να επαναπροσδιορίσει τις αναζητήσεις του στυλώνει πεισματικά τα πόδια και αποδέχεται το χάος σαν τη μοναδική εκδοχή, αφήνοντας τη ψυχή να γεμίζει με παράφορη οργή, και συνακόλουθα με κάθε λογής νοσηρότητα. Διακηρύττει από τη μια, ότι έξω από το «αγαθό» υπάρχει κόλαση, αλλά ταυτόχρονα  κλείνει κάθε δρόμο διαφυγής, και σαρκαστικά σου λέει ότι εδώ θα μείνεις παγιδευμένος.

Η ζημιά που επιφέρει μια τέτοια αποδοχή στην ανθρώπινη ψυχή είναι πολύ πιο μεγάλη απ’ όσο φαντάζει με μια πρώτη ματιά καθώς προκαλούνται αλυσιδωτές καταστροφικές αντιδράσεις. Εκτός από την απειλή στον ψυχικό του κόσμο που αναγκάζεται να ζεί σε καταστάσεις ανασφάλειας και  απουσίας αγάπης, η ζημιά επεκτείνεται στην κοινωνική του ζωή, στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, στο περιβάλλον, και γενικά σε κάθε τι που χρειάζεται να ιδωθεί με αίσθηση ευθύνης και σεβασμού.

Εναντιωνόμενος στο Θεό, ο άνθρωπος επιλέγει να ζήσει έξω από τις προδιαγραφές του, έξω από τις φυσικές του συνθήκες λειτουργίας- που περικλείονται στην έννοια αγάπη- . Αυτό, του επιφέρει την περιγραφόμενη από το έργο ασφυξία και αδιέξοδο, αλλά και ενεργοποιεί  έναν φαύλο κύκλο αυξανόμενης εναντίωσης που αυξάνει με τη σειρά της τον πόνο, το κακό και το παράλογο μέχρι την πλήρη καταστροφή του.

 


[1] Η εναντίωση στο Θεό,  στο «Μαχαγκόνυ» εκφράζεται ως γκρέμισμα και απαξίωση της έννοιας του καλού, της αγάπηςτης δικαιοσύνης, και γενικά κάθε απόρροιας της σχέσης  με το Θεό.

Posted under: Κοινωνία

Tagged as:

Share this:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.