Σκέψεις για τον ασκητισμό ΙΙΙ

Αντιλαμβάνομαι μια πραγματικά σατανική πλεκτάνη γύρω από το ερώτημα,  ποιο πραγματικά είναι το σωτηριώδες μήνυμα του Χριστού το οποίο η Εκκλησία κλήθηκε να διαφυλάξει. Το ερώτημα αυτό είναι σημαντικό επειδή αν κάποιος  ψάχνει κάτι στην εκκλησία, είναι το να βρει τη σωτηρία του. Ο ασκητισμός έπαιξε και παίζει έναν παράξενο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία και όπως έχουμε αναφερθεί διαποτίζει την χριστιανική σκέψη όλων των δογμάτων είτε φανερά είτε  κρυφά.

Ασκητές με την ευρύτερη έννοια υπήρχαν και πριν τον Χριστιανισμό. Άνθρωποι δηλαδή που σήμερα κατατάσσονται ως εθνικοί  μυστικιστές οι οποίοι προσπαθούσαν να εξαγνίσουν τους εαυτούς τους μέσα από την άσκηση, την υποτίμηση του σώματος και των φυσικών ηδονών, και ασχολούμενοι με τον ανώτερο χώρο του Πνεύματος, άλλοτε απλώς φιλοσοφούσαν κι άλλοτε κατέληγαν στα ομιχλώδη μονοπάτια του παγανισμού. Κάτι τέτοιο άλλωστε συμβαίνει με μουσουλμάνους βουδιστές και ινδουιστές μοναχούς ( είναι κάτι που δεν ήρθε με τον Χριστιανισμό). Μάλιστα αν εξετάσει κανείς το φαινόμενο γενικότερα φαίνεται να ομοιάζει σκανδαλωδώς σε όλες τις θρησκείες αλλάζοντας πολιτισμικά «ντύματα». Κάποιοι βιάζονται να συμπεράνουν ότι αυτό συμβαίνει επειδή όλες οι θρησκείες είναι ίδιες και βλέπουν σε αυτό μια απόδειξη του ισχυρισμού τους. Δεν ξέρω όμως αν έχει περάσει σε κανενός το μυαλό η πιθανότητα, ότι ακριβώς αυτή η ομοιότητα θα μπορούσε  να εξηγηθεί από  το γεγονός ότι ο ασκητισμός δεν έχει καμία σχέση με την γνήσια  Χριστιανική πρακτική και ότι αιτία του δεν είναι άλλη από μια ακόμα επινόηση της άρρωστη συνείδησης του ανθρώπου.

Καθώς εξετάζει κανείς την ιστορία της Εκκλησίας όχι μόνο από τις εκκλησιαστικές πηγές αλλά και από ανθρώπους που μελετούν με ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον εκείνα τα χρόνια, αντιλαμβάνεται μια απίστευτη  αντιμετάθεση ανάμεσα σε δύο πόλους. Από τη μια η [1]Καθολική Εκκλησία και από την άλλη η ποικιλία των Γνωστικών ομάδων χριστιανών και μη. Ο αντίλογος που αναπτύχθηκε από τους μετ-αποστολικούς πατέρες στις δοξασίες και τη θεολογία των Γνωστικών χριστιανών ανέπτυξε μια παράξενη αντιμετάθεση στους όρους που χρησιμοποιούνταν στα γραπτά αλλά στη συνέχεια και σε ουσιαστικά θέματα. Ο Ευάγριος ο Ποντικός  (από τον Πόντο) λίγο διαφέρει στις απόψεις και τις δοξασίες του από τους γνωστικούς στους οποίους  λίγους αιώνες νωρίτερα είχε με σθένος αντισταθεί η Εκκλησία. Το κάλεσμα των αποστόλων σε μια πίστη στον Χριστό φαίνεται ότι σχετικά σύντομα αλλοιώθηκε ελαφρά από την αποδοχή απόψεων όπως  το ότι τελικά η Ύλη είναι εμπόδιο στο Πνεύμα, ή ότι οι ηδονές της ζωές ακόμα και οι πιο αθώες είναι ύποπτο καταφύγιο του Διαβόλου και αυτός που πραγματικά ζητά τον Θεό θα πρέπει να αντισταθεί σε αυτές. Είναι χαρακτηριστικό πολύ αργότερα  το δίλλημα του ιερού Αυγουστίνου στον οποίο η ύμνοι προς τον Θεό έφερναν τόση ευχαρίστηση που τελικά άρχισε να αναρωτιέται αν πραγματικά ήταν σωστό αυτό που του συνέβαινε.

Η ενοχοποίηση της ευχαρίστησης του σώματος ήταν κάτι που και ο ίδιος ο απόστολος Παύλος είχε καυτηριάσει και είχε προσανατολίσει τους πιστούς προς τον αντίθετο δρόμο, λέγοντας τους να απολαμβάνουν «λαμβάνοντας με ευχαριστία» προς τον Θεό, κάθε υλικό αγαθό που  έχουν την ευκαιρία να χαίρονται. Στην προς Κολοσσαείς επιστολή μάλιστα αναφέρει τα εξής:

« Αν, λοιπόν, πεθάνατε μαζί με τον Χριστό από τα στοιχεία τού κόσμου, γιατί, ενώ ζείτε μέσα στον κόσμο, υποβάλλετε τον εαυτό σας σε διατάγματα: Μη πιάσεις, μη γευθείς, μη αγγίξεις· τα οποία όλα φθείρονται με τη χρήση)· σύμφωνα με τα εντάλματα και τις διδασκαλίες των ανθρώπων; Τα οποία έχουν μονάχα μια φαινομενική πλευρά σοφίας, σε εθελοθρησκεία και ταπεινοφροσύνη και σκληραγώγηση του σώματος, χωρίς να έχουν σε καμιά τιμή την ευχαρίστηση της σάρκας.»

Παρόλα αυτά πολλοί πιστοί φαίνονται να προσπερνούν τις προτροπές του αποστόλου και να ακολουθούν τον δρόμο της άσκησης ο οποίος μόνο φαινομενικά έχει κάποια στοιχεία σοφίας. Στην πραγματικότητα είναι μια θρησκεία στηριγμένη στην δύναμη της θέλησης, μια ταπεινοφροσύνη που πηγάζει από την άγνοια του σωτηριώδους μηνύματος του Χριστού και τη βύθιση στο τέλμα της ενοχής όπως είναι φυσικό.

Καθώς η πρακτική του ασκητισμού απλωνόταν για πολλούς λόγους που δεν είναι σκόπιμο να αναπτύξουμε εδώ έγινε φανερή μια παρενέργεια σημαντική και ενεργή έως τις μέρες μας. Οι απλοί χριστιανοί ενώ έμεναν πιστοί μέσα στους κόλπους της εκκλησίας υποβιβάζονταν ως δεύτερης κατηγορίας. Μια τέτοια αναφορά υπάρχει στα γραπτά του Ιερώνυμου κατά Ιοβινιανού, στα οποία στηλιτεύει τον ασκητισμό και η κεντρική ιδέα της επιχειρηματολογίας του είναι ότι οι ασκητές είναι στην πραγματικότητα  Μανιχαïστές (κλάδος του Γνωστικισμού) πράγμα που δεν είναι καθόλου αβάσιμο.

Δεν άργησε, άνθρωποι που είτε οι ίδιοι ακολουθούσαν τον ασκητικό τρόπο ζωής είτε απλώς θαύμαζαν τους ασκητές, να γίνουν επίσκοποι και άνθρωποι επιρροής για την εκκλησία. Αυτοί πρόσθεσαν στα χριστιανικά ιδεώδη αυτό του ασκητισμού. Έτσι αυτή η χριστιανική προσέγγιση αποτέλεσε Ιερά Παράδοση της εκκλησίας και καθαγιάστηκε.

Δεν παύει όμως δυστυχώς να είναι ένας άλλος δρόμος.


[1] Καθολική με την έννοια του main stream αν μου επιτρέπεται η έκφραση.

Posted under: Ιστορία

Tagged as: ,

Share this:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.