Ο Φωτοδότης

Ο Φωτοδότης

Εκείνη την χρονιά ο Σεπτέμβρης μπήκε βιαστικά κάνοντας έντονη την παρουσία του. Συννεφιές μαύρες και ανάγλυφες, έκαναν τον ουρανό  να έχει πολύ ενδιαφέρον καθώς ο άνεμος έσερνε τα σύννεφα εδώ κι εκεί.

Βγήκα βιαστικά από το μικρό cafe που είχα καταφύγει για να πιώ ένα ζεστό και να οργανώσω το υπόλοιπο της δουλειάς μου. Ο αέρας μύριζε βρεγμένο χώμα αλλά δεν με ένοιαξε, μου άρεσε μάλιστα. Περπατούσα σε έναν δρόμο όλο ψηλά κτίρια χωρίς στηθαίο και κάθε πού κοίταζα προς τα πάνω έβλεπα τον ουρανό, μαύρο και χαμηλωμένο, κορνιζαρισμένο στους τοίχους τους. Ένας κεραυνός που έπεσε  βάναυσα κάπου πολύ κοντά, με προϊδέασε για την βροχή που θα ξέσπαγε σύντομα. Πράγματι η βροχή άρχισε ορμητική. Σε λιγότερο από ένα λεπτό το σακάκι μου είχε γίνει μούσκεμα και η μικρή ομπρέλα που άνοιξα δεν μπορούσε να σώσει το κάτω μέρος του παντελονιού μου που σε λίγα λεπτά μούσκεψε κι αυτό. Στεκόμουν στην γωνία του δρόμου κοιτώντας τους διαβάτες που άλλοι έτρεχαν να βρουν απάγκιο, κι άλλοι ήδη εντελώς μουσκεμένοι περπατούσαν σαν να μην συμβαίνει τίποτα καθώς δεν μπορούσαν να πάθουν κάτι χειρότερο.

Έξαφνα ένα ταξί  σταματάει μπροστά μου. Το τζάμι κατεβαίνει.

– Να σας πάμε κάπου; Ακούγεται μια φωνή.

– Να σου πω, πάνω στην ώρα πέρασες. Απάντησα και βιαστικά χώθηκα μέσα.

– Που πάτε;

– Αγία Παρασκευή.

– Πλατεία;

– Όχι μετα το ΙΚΑ δεξιά.

 

Ο ταξιτζής ενεργοποίησε το ταξίμετρο και ξεκινήσαμε. Ήταν από τα παλιά ταξίμετρα με το κούρδισμα και το χαρακτηριστικό ήχο του ρολογιού. Οι φιγούρες των ανθρώπων γύρω μου πέρναγαν προς τα πίσω και εγώ καθισμένος αναπαυτικά σε στεγνό περιβάλλον καλοτύχιζα τον εαυτό μου.

– Γυρίζετε σπίτι ή τρέχετε για δουλειές;

– Γυρίζω σπίτι αν και έπρεπε να τρέχω για δουλειές. Η βροχή βλέπεις μας τα χάλασε. Κούνησε το κεφάλι ο ταξιτζής χαμογελαστός.

– Το μας τα χάλασε είναι μια λέξη. είπε και έπεσε πάλι ησυχία. Δηλαδή έμεινε ο θόρυβος της βροχής στη λαμαρίνα μαζί με αυτόν του ταξιμέτρου μόνο.

Την προσοχή μου τράβηξε ένα εικόνισμα του Φωτοδότη Χριστού κρεμασμένο κάτω από τον εσωτερικό καθρέφτη.

– Έχεις και τον Φωτοδότη. Είπα.

– Ναι τον έχω έκανε και με κοίταξε στιγμιαία.

– Πιστεύεις; τον ρώτησα.

Με ξανακοίταξε  και χαμογέλασε γνέφοντας «Ναι”.

– Θεολόγος είσαι;

– Όχι. είπα λακωνικά. Απλώς ρώτησα.

– Είναι το αγαπημένο μου εικόνισμα. Λέει κάτι που μου αρέσει.

– Α! έκανα και τι λέει; μάλλον τι σου λέει για να το πω καλύτερα. Επειδή όλοι ξέρουμε τι λέει. Και την ίδια στιγμή αισθάνθηκα ότι πατούσε φρένο.

– Κάτσε να τον πάρουμε. Μου επιτρέπεις;

– Αστειεύεσαι;… τον άνθρωπο με τέτοια βροχή;

Φρενάρισε λοιπόν στα σίγουρα και έκανε δεξιά

Ένας άνθρωπος ψηλός κι αδύνατος, με ίσιο μαλλί πουκαμισάκι – βρεγμένο φυσικά – και γυαλιά με στρογγυλό σκελετό τύπου Λένον έσκυψε στο ανοιχτό παράθυρο.

– Πάω εδώ στη Μεσογείων λίγο ποιο πάνω.

– Εμείς πάμε Αγία Παρασκευή μπείτε μέσα. είπε ο ταξιτζής βιαστικά. Έχουμε κάνει μερικά χιλιόμετρα, κοιτάξτε το ταξίμετρο και τα βρίσκουμε, αν και θα είσαστε στην ελάχιστη.

– Κανένα πρόβλημα. είπε ο νέος επιβάτης.

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε βιαστικά αλλά και που να πάει, πάλι μέσα στην αυτοκινητοσειρά μπήκε.

– Που λες αγαπητέ μου όπως σου έλεγα μου αρέσουν τα λόγια που είναι γραμμένα επάνω της. Και κάποιος πελάτης μου θεολόγος μου είπε ότι αυτά είναι λόγια του Χριστού και μου τα εξήγησε.

– Τι σου είπε δηλαδή ότι σημαίνουν.

– Χμ … κοντοστάθηκε μερικές στιγμές σα να προσπαθεί  να φτιάξει μια φράση  στο νου του. Το λοιπόν. Μου είχε πει ότι σημαίνουν πως όποιος ακολουθεί τον Χριστό δεν πρόκειται με τίποτα να περπατήσει στο σκοτάδι. Ε! λοιπόν αυτή η σιγουριά σε τούτα τα λόγια, δεν ξέρω αλλά μου αρέσει.

– Ώστε ακολουθείς τον Χριστό;

– Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε η φωνή του νεοφερμένου.

– Καταλαβαίνετε πραγματικά τι λέτε;

– Είσαστε θεολόγος; έκανε την ίδια ερώτηση ο ταξιτζής.

– Ας πούμε απλώς ότι γνωρίζω τι σημαίνει όλο αυτό.

– Τι σημαίνει λοιπόν; έκανα όλος ενδιαφέρον για την τροπή που έπαιρνε η κουβέντα.

Δεν έβλεπα το πρόσωπό του, αλλά αισθανόμουν ότι μίλαγε χωρίς να μας κοιτάζει .  Μάλλον έξω από το παράθυρο κοίταζε μέσα από τα δακρυσμένα τζάμια και μίλαγε.

– Το ερώτημα στην πραγματικότητα είναι άλλο: Τι ακριβώς μπορείς να ακολουθήσεις από έναν Θεό;

– Δηλαδή; Έκανα σαστισμένος, καθώς δεν περίμενα μια τέτοια ερώτηση.

– Δηλαδή όταν λέει «ο ακολουθών εμέ ου μι περιπατήσει εν τη σκοτία», σαφώς το δε θα περπατήσει είναι εξαιρετικής σημασίας, αλλά συνεχίζει να υπάρχει το «ακολουθών» και εκεί είναι που μπλεκόμαστε όλοι. Θεολόγοι, φιλακόλουθοι και αρνητές.

– Δεν βλέπω γιατί να μπλεχτούμε πετάχτηκε ο ταξιτζής.

– Δεν βλέπεις έ; Λοιπόν άκου: Θα τον ακολουθήσεις όταν περπατάει στην θάλασσα; Όταν περνάει και θεραπεύει τους πάντες; Όταν συγχωρεί αμαρτίες; Όταν διώχνει με εξουσία πονηρά πνεύματα;

– Είχα μείνει τόσο άφωνος που γύρισα να κοιτάξω τον συνομιλητή μου, που μέχρι τότε δεν του είχα κάνει την τιμή να τον κοιτάξω. Πράγματι όπως το είχα φανταστεί κοιτούσε στο παράθυρο και μίλαγε, αλλά καθώς κατάλαβε ότι έχω γυρίσει προς αυτόν με κοίταξε. Μου ήταν άγνωστος φυσικά μόνο που είχα την αίσθηση ότι κάπου τον έχω ξαναδεί.

– Μα θα τον ακολουθήσω σαν άνθρωπος. Σε ότι εκείνος έκανε ως «άνθρωπος». Ακούστηκε ο ταξιτζής.

– Ωραία ωραία αλλά τι έκανε ως «άνθρωπος», μάλλον τι δεν έκανε καλύτερα. Όλα τα έκανε και ως «άνθρωπος». Φαντάζομαι ότι δεν περπατούσε πετώντας ούτε είχε φωτοστέφανο όταν τριγύρναγε στους σκονισμένους δρόμους της Παλαιστίνης. Ποια λοιπόν από όλες τις πράξεις του θα ακολουθήσεις; Επέμεινε ο συνεπιβάτης μου.

– Έπεσε σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα. Και το δικό μου το μυαλό σκεφτόταν, και ήδη πήγαινε στην χρόνια αντιπαράθεση θεολόγων σχετικά με τις δύο φύσεις του Χριστού. Όταν εκείνη τη στιγμή την σιωπή την έσπασε ο οδηγός

– Ξέρεις νομίζω ότι πρέπει να τον μιμηθώ στην καλοσύνη. Να ακολουθήσω τις εντολές Του. Να αυτά που είπε στην «Επί του Όρους ομιλία”.

– Χμμ. ακούστηκε από πίσω. Ώστε θες να εφαρμόσεις την επί του Όρους ομιλία.

– Γιατί δεν σας φαίνεται αρκετή ως μοντέλο χριστιανικής ζωής; Πετάχτηκα.

– Οόχι άλλο σκεφτόμουν. Απλώς μου φαίνεται λίγο παράταιρο να μιλάω για περπάτημα στο φως του Χριστού και κατά βάθος να εννοώ την εφαρμογή των εντολών της επί του Όρους ομιλίας.

– Γιατί; Είναι μια υπέροχη συλλογή των απαιτήσεων του Θεού. έκανα σχεδόν ενοχλημένος.

– Πολύ σωστά! «Των απαιτήσεων του Θεού”. Για αυτό και δεν μου φαίνεται ταιριαστό. Επειδή στην πραγματικότητα, αυτό που ο Θεός απαιτεί από εμάς δεν μπορεί να υπάρχει μέσα μας.

– Τι σημαίνει αυτό. Είπα πραγματικά παραξενεμένος.

– Σημαίνει ότι καθώς ο Θεός μας βλέπει, ένα πράγμα είναι αυτό που τον ενοχλεί αφάνταστα. Όταν ο Χριστός λέει στο ευαγγέλια σε θέλω να είσαι έτσι και να ζεις με αυτό τον τρόπο, μάλλον μας δείχνει το τι δεν είμαστε στο βάθος μας, παρά το τι δεν πράττουμε εξωτερικά. Μας εξηγεί το πόσο μακριά ζούμε από τη ζωή Του.

Ο Ταξιτζής με κοίταξε με απελπισία και με μια γκριμάτσα του τύπου «τί λέει αυτός τώρα”.  Εγώ ωστόσο κάτι έπιανα από τα λεγόμενά του.

– Για στάσου όμως, έκανα κομπιάζοντας, ζούμε  μέσα σε ένα σωρό ας πούμε «παραβάσεις” μπροστά στον Θεό. Αυτές δεν Τον ενδιαφέρουν;

– Μα ακριβώς για αυτό! Χρειάζεται να καταλάβεις ότι οι παραβάσεις είναι αποτέλεσμα μιας έλλειψης που υπάρχει στην ύπαρξή σου. Και εργαλείο για αυτό, είναι είτε οι δέκα εντολές, είτε οι εντολές στην επί του όρους ομιλία, είτε απλώς η συνείδησή σου. Για αυτό είπα πιο πριν ότι ο Θεός απαιτεί μόνο αυτό που δεν μπορεί να υπάρχει σε εμάς.

– Μα τι μου λέτε τώρα; Θεωρώ ότι αυτό το «κάτι», τελικά υπάρχει μέσα μας, μόνο που είναι κάπου θαμμένο. Χρειάζεται λίγη προσπάθεια από μέρους μας για να έρθει στην επιφάνεια.

– Αν αγωνιστείς πραγματικά, αν προσπαθήσεις με πάθος και ειλικρίνεια, τελικά θα  φανερωθεί ότι αυτό που ο Θεός απαιτεί από εμάς στην ουσία, είναι να έχουμε αυτόν τον ίδιο μέσα μας.

– Δηλαδή τελικά τι απαιτεί ο Θεός; Πετάχτηκε ο ταξιτζής που ο καημένος δεν ξέρω αν καταλάβαινε όλα τα λεγόμενα.

– Ο Θεός απαιτεί μέσα σου το δικό του Φως. Και το φως Του είναι η Ζωή που ρέει από Αυτόν τον ίδιο. Αυτό ακριβώς λέει και ο Χριστός στο εικόνισμά σου. Εγώ είμαι το φως, λέει, και όποιος με ακολουθεί δεν θα περπατήσει με τίποτα στο σκοτάδι. ΟΙ δικές σου ελλιπείς επιδόσεις καλέ μου άνθρωπε είναι το σκοτάδι επειδή τελικά δεν έχεις την Ζωή.

– Έχω βέβαια και τα καλά μου. έκανε ο ταξιτζής σηκώνοντας τα φρύδια του προς τα πάνω και λίγο ενοχλημένος. Να μην τα λέμε τώρα, αλλά τα έχω. Είμαι καλός, βέβαια μη μου πατήσεις τον κάλο.

– Ακριβώς φίλε μου. Όλα τα καλά που έχεις είναι κολλημένα σαν ένα πράγμα με όλα τα φαύλα και τα πονηρά που ο Θεός δεν τα δέχεται. Με ένα σωρό κρυμμένα ακάθαρτα κίνητρα. Όλα ένα κουβάρι. Για αυτό το λόγο είναι που ο ίδιος ο εαυτός σου σε ειδοποιεί μέσα σου ότι δεν μπορείς να πας κοντά στον Θεό. Εάν όμως «περπατάς» μαζί με τον Χριστό το φως το δικό Του γίνεται και δικό σου. Και έχοντας τον Χριστό έχεις το φως και τη ζωή.

– Μα αυτή τη συζήτηση αν δεν κάνω λάθος την ξεκινήσαμε με αυτό ακριβώς το ερώτημα: Πως μπορώ να ακολουθήσω τον Χριστό. Είπα λίγο πιο έντονα.

– Ξέρεις κάποτε πλησίασε τον Χριστό κάποιος και τον ρώτησε το ίδιο πράγμα. Τι πράξεις να κάνω για να μπω στον παράδεισο;

– Αλήθεια; πετάχτηκε ο ταξιτζής όλος ζέση. Κι εγώ το σκέφτομαι πολλές φορές, αλλά τώρα που συζητάμε καταλαβαίνω ότι δεν ξέρω. Λοιπόν τι του απάντησε ο Χριστός[1];

Εγώ δεν μίλαγα. ήξερα την περικοπή μα δεν μίλαγα να δω τι θα πει ο συνεπιβάτης μου.

Ο συνεπιβάτης όμως σιωπούσε παράξενα. Δεν ήταν αμηχανία ήταν… πως να το πω. Σαν την αναμονή στη βρύση καθώς γεμίζεις ένα σκούρο μπουκάλι. ακούς τον ήχο καθώς η συχνότητα του αυξάνεται διαρκώς αλλά δεν έχει ξεχειλίσει, όταν ξαφνικά ξεχειλίζει. Έτσι και τώρα ο συνεπιβάτης «ξεχείλισε» καθώς δεν απευθύνθηκε στον οδηγό του αυτοκινήτου αλλά σε μένα.

– Μήπως εσείς κύριε θυμάστε τι του απάντησε ο Ιησούς;

Δεν θα μπορούσε να με ξαφνιάσει κανείς περισσότερο. Έμεινα εμβρόντητος καθώς στην ουσία με αφορμή την κουβέντα αυτή, ακολουθούσα και πάλι δικές μου διαδρομές στην σκέψη μου.

Τον κοίταξα φευγαλέα αλλά συνάντησα την ματιά του, που ούτε κι αυτό το περίμενα. Περίμενα ότι θα κοιτούσε έξω όπως πριν, αλλά κοιτούσε εμένα.

– Λοιπόν; μου είπε πολύ ευγενικά αλλά και πολύ θαρραλέα.

Έκανα έτσι ηρωική έξοδο. Σήμερα που το ξανασκέφτομαι δεν ξέρω γιατί το έκανα αλλά παρ’ όλα αυτά του άνοιξα την καρδιά μου.

– Ξέρετε, του λέω. Περνάω μια περίεργη περίοδο. Εάν είχαμε συναντηθεί λίγο καιρό πριν, θα σας είχα απαντήσει διαφορετικά. Αλλά τώρα … τον ξανακοίταξα και συνάντησα και πάλι το βλέμμα του γεμάτο ενδιαφέρον για ότι έλεγα.

– Τώρα… ;

– Τώρα … ξανακόμπιασα. Τώρα δεν ξέρω. Είπα τελικά ξεσπώντας, και μη πιστεύοντας αυτά που ξεστόμιζα.

– Ξέρετε; Μου κάνει. Μου αρέσει αυτό που λέτε. Ωστόσο αισθάνομαι ότι πρέπει να σας πω κάτι πολύ σημαντικό που ίσως να σας έχει διαφύγει. Τώρα είχα γυρίσει σχεδόν ολόκληρος κι όσο άβολο κι αν ήταν αυτό δεν με ένοιαζε. Μια σημαντική φράση που επαναλαμβάνεται στην Παλαιά Διαθήκη και απευθύνεται στους Εβραίους ήταν το: «Άκουε Ισραήλ”. Η ακοή είναι σίγουρα το εργαλείο με το οποίο λαμβάνει το μήνυμα του Θεού αυτός που το ζητά. Ωστόσο μια λεπτομέρεια εξίσου σημαντική είναι ότι ο ίδιος ο Ιησούς είπε και το: «προσέχετε πως ακούτε”. Εδώ ο συνεπιβάτης μου σταμάτησε.

Περίμενα ότι κάπου θα καταλήξει αλλά εκείνος λες και δεν τον ενδιέφερε να ολοκληρώσει την σκέψη του δεν μιλούσε.

– Λοιπόν; έκανα διστακτικά αλλά όλος ενδιαφέρον.

– Λοιπόν εάν το παν στο να βρούμε και να ακολουθήσουμε το φως, την ζωή, εξαρτάται από την ακοή, υπάρχει ένα ερώτημα που τίθεται σήμερα: Προσέχετε πως ακούτε;

Μαράθηκα. Ακαταλαβίστικο μου ακουγόταν ωστόσο θυμήθηκα το αντίστοιχο χωρίο και για άλλη μια φορά αντιλήφθηκα ότι κάτι στο θρησκευτικό μου οικοδόμημα δεν μπορούσε να ταιριάσει. Όλα αυτά τα σκεφτόμουνα ως θεωρητικές λεπτομέρειες.

– Τι ακριβώς να προσέξω, είπα με ειλικρίνεια.

– Το μεγαλύτερο εμπόδιο! Όλες τις προτοποθετήσεις σου. Προτοποθετήσεις για την εξήγηση του κόσμου, για την εξήγηση της ζωής του Θεού και της χριστιανοσύνης ολάκερης. Όταν όλα αυτά σιγήσουν τότε ακούς σωστά. Όταν η ύπαρξή σου ολόκληρη χαμηλώσει μπροστά στον γιο του Θεού.

Δεν ήξερα τι να πω, δεν είμαι άλλωστε και ετοιμόλογος. Τον κοίταζα μόνο.

Εκείνος δεν με κοίταξε άλλο. Μόνο κάτι έψαξε τις τσέπες του, κι έβγαλε μερικά κέρματα.

– Αφήστε με εδώ δεξιά στη γωνία. Και ύστερα απευθυνόμενος σε μένα: Πρέπει να κατέβω! Μου είπε. Κάνοντας παράλληλα μια κίνηση με το χέρι ανάμεσα στα δυο καθίσματα για να δώσει τα χρήματα.

Τον παρατηρούσα ερευνητικά, όταν αυτή η κίνηση του, φανέρωσε τον αριστερό γιακά του πουκάμισού του και ακριβώς επάνω στην κουμπότρυπα στερεωμένο ένα ανθάκι από γιασεμί.

Κόλλησα καθώς το είδα. Το μυαλό μου είχε ψάξει ήδη και μου έφερνε στην επιφάνεια την αντίστοιχη εικόνα από τον άνθρωπο με το παγούρι. Το αυτοκίνητο είχε σταματήσει δεξιά. Ο συνεπιβάτης μου δεν φάνηκε να δίνει σημασία στην έκπληξή και την ταραχή μου. Χαμογέλασε και είπε απλώς.

– Καλή σας μέρα!

– Το φως μπαίνει από τις χαραμάδες! Είπε ο ταξιτζής όλος έξαψη για αυτό που είχε καταλάβει.

– Εμείς θα τα ξαναπούμε. Απάντησε ο συνεπιβάτης μου και χτυπώντας τον

φιλικά στον ώμο και βγήκε.

Σχεδόν επαναστάτησα. Έτσι είχε φύγει και την πρώτη φορά έτσι ξέφυγε. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία για το ποιος ήταν μα δεν τολμούσα να το ξεστομίσω.

Η  ψηλή σιλουέτα του απομακρυνόταν στον βρεγμένο δρόμο.

– Περίμενε ! είπα έντονα στον ταξιτζή.

Πετάχτηκα έξω όλος φούρια, αλλά ο άνθρωπος είχε ήδη απομακρυνθεί. Η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει και ο αέρας που φύσαγε, έστελνε τις ελάχιστες σταγόνες ίσια στα μάτια μου κι εγώ δεν ήξερα αν δάκρυζα από αυτές ή από το σκάσιμο μέσα μου. Περπάτησα για λίγο προσπαθώντας να τον ακολουθήσω. Όμως από παντού άνθρωποι με χρωματιστές ομπρέλες μου έκλειναν τον ορίζοντα. Που και που κάποιος από αυτούς με κοίταζε παραξενεμένος καθώς περνούσα δίπλα του σα χαμένος κι αλαφιασμένος συνάμα. Σύντομα όμως, αντιλήφθηκα ότι μπροστά μου δεν ακολουθούσα πια κανέναν. Ο συνεπιβάτης μου είχε εξαφανισθεί. Γύρισα στο αυτοκίνητο. Ο ταξιτζής με περίμενε κεφάτος. Μπήκα μέσα βιαστικά βουτηγμένος στις σκέψεις μου.

– Πάμε! Είπα Λακωνικά.

– Τι έγινε. Είπε ενώ ξεκινούσε.

– Τίποτα. Είπα αδιάφορα.

– Ήθελες να του μιλήσεις;

Τον κοίταξα ερευνητικά. Το πρόσωπο του το γαργάλαγε ένα κέφι που για μένα ήταν σχεδόν εκνευριστικό εκείνη την ώρα.

– Ήθελα να ρωτήσω το όνομά του.

– Ααα! Έκανε ο ταξιτζής μη μπορώντας να κρύψει την απορία που του έφερε η απάντησή μου.

– Στην επόμενη γωνία άφησέ με.

– Μα δεν φτάσαμε στο ΙΚΑ.

– Δεν πειράζει θέλω να περπατήσω λίγο.

Έπεσε η γνωστή ησυχία, το ταχύμετρο, οι στάλες της βροχής στη λαμαρίνα. Στην επόμενη γωνία σταματήσαμε. Πλήρωσα.

– Το φως φωτίζει από τις χαραμάδες μας. Καλή σου μέρα! Μου κάνει χαμογελαστός ο ταξιτζής.

Χαιρέτησα απλά. Δεν είπα τίποτα. Μπαίνοντας στο σπίτι πέταξα τον χαρτοφύλακά μου στο τραπέζι. Πρώτη μου δουλειά ήταν να ανοίξω το βιβλίο το ξακουστό κι όμως άγνωστο,  στο ευαγγέλιο του Ιωάννη. Το χωρίο ήταν εκεί, αλλά τώρα το διάβαζα με φόντο την κουβέντα στο ταξί.

«Ἐν αὐτῷ ἦτο ζωή, καὶ ἡ ζωή ἦτο τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φέγγει καὶ ἡ σκοτία δὲν κατέλαβεν αὐτό.»[2]

Ω Θεέ! Νόμιζα ότι δεν είχα νερό, μουρμούρισα. Τώρα βλέπω ότι δεν έχω ούτε το Φως. Δεν έχω Ζωή. Και σωριάστηκα βαριά στην μπερζέρα μου.

 

 

 

 

[1] Ευαγγέλιο Ιωάννη 6:28-29

[2] Ευαγγέλιο του Ιωάννη 1:4-5

Posted under: Τα Λιβάδια της Χαράς

Tagged as:

Share this:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.