Τα λιβάδια της χαράς

Τα Λιβάδια της χαράς

Τα Λιβάδια της Χαράς είναι ένα μέρος, που αν το γνώριζε, κάθε άνθρωπος θα ευχόταν να έμενε εκεί για πάντα. Είναι λιβάδια πραγματικά με τρεχούμενα νερά, με λουλούδια και καρπούς όλων των λογιών, «χάρμα οφθαλμών». Ωστόσο όλα αυτά δεν είναι τακτοποιημένα όπως μας αρέσει να τα βάζουμε σε σειρά εμείς οι άνθρωποι.  Μάλιστα καθώς τα αντικρίζεις για πρώτη φορά νομίζεις ότι δεν υπάρχει καμία τάξη. Καθώς περιδιαβάζεις όμως και παρατηρείς, καταλαβαίνεις μια άλλη τάξη, και το τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο. Αντιλαμβάνεσαι ότι και εκεί, με έναν διαφορετικό τρόπο βέβαια, υπάρχουν και φράχτες και βραγιές, δεντροστοιχίες και αλέες, που τις έσπειρε όμως ο άνεμος, που τις φύτεψαν τα ζωύφια, ή φύτρωσαν από σπόρους που κουβάλησαν πουλιά και ζώα ή και νερά που τρέχουν. Τότε είναι που αφήνεις το μάτι σου να απλωθεί και την ψυχή σου να λιγώνεται από αυτό που βλέπει. Από την μια οι φράχτες από αγράμπελη και δίπλα τους βραγιές με μελισσόχορτο και παπαρούνες. Αγριολούλουδα όλων των λογιών και μυριστικά. Κρινάκια από την άλλη και άγρια ρίγανη. Δίπλα τους τα ψηλά δέντρα και τα χαμηλά. Φυτά που ορθώνονται κι άλλα που χύνονται χάμω. Τα κυπαρίσσια με τις συκιές τις ιτιές με τα πλατάνια. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, οπωροφόρα που το αεράκι τα κάνει να φανερώνουν ρυθμικά  τους καρπούς τους σε μια μεθυστική χορογραφία.

beautiful-forest-with-river-2

Το σημαντικότερο πάντως είναι ότι από την στιγμή που φτάνεις στον τόπο αυτό, μια γλυκιά χαρά σαν μικρό ρυάκι κελαρύζει στην ύπαρξή σου και μια φωτεινή ελπίδα βάφει τα πάντα στη ζωή σου. Κάθε μομφή και κάθε κρυφή ενοχή χάνει την αιτία ύπαρξής της. Μια συμφιλίωση, και ναι θα μπορούσα να μιλάω ώρες για την γαλήνη αυτού του τόπου, για τον φωτεινό ουρανό που σου δίνει αυτή την αίσθηση ακόμα και την νύχτα, επειδή στον τόπο αυτό όλων των ειδών οι μάχες έχουν τελειώσει. Και μαζί με αυτές όλη η αγωνία για τη ζωή και το θάνατο. Δεν ξέρω αν σας φαντάζουν απλά αυτά, επειδή τα ονομάζουμε με δυο μόνο λέξεις, μα δεν είναι και τόσο απλά. Τούτες οι απλές λέξεις κουβαλάνε τραίνα εμπειρίες και μέριμνες και έγνοιες πάνω στις πλάτες κάθε προσωρινού επιβάτη του κόσμου αυτού. Κάθε μικρούλη ανθρώπου που πατά σε έναν κόσμο που κρέμεται στο μηδέν. Που σαν μπάλα, ασταμάτητα βουτάει στο χάος συναντώντας τον άγνωστο χώρο της, μέρα την ημέρα.

 

Για να βρει κάποιος τα λιβάδια της χαράς υπάρχουν κρυμμένοι είσοδοι, σε ένα βιβλίο. ναι καλά ακούσατε, βιβλίο. Σκορπισμένες εδώ και εκεί, μέσα στο ξακουστό βιβλίο που όλοι καμώνονται ότι το ξέρουν ή ότι το έχουν διαβάσει, ωστόσο τα μυστικά του περάσματα για τα λιβάδια, τους είναι εντελώς άγνωστα. Και οι αιτίες για αυτό είναι πολλές μα δεν θέλω να ασχοληθώ με αυτές καθώς δεν μου αρέσει τόσο να απαντώ στο «πως» και το «γιατί», αλλά μάλλον στο «που» και στο «τι».

2577-spring-landscape-1920x1080-nature-wallpaper

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Εκείνη την μέρα ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες όπως λέμε πολλές φορές – αν και δεν είναι καθόλου έτσι επειδή καμία μέρα δεν είναι συνηθισμένη και προπαντός ίδια με τις άλλες. Το λοιπόν κάποιος περνούσε από τη γειτονιά μου μαζί με δυο φίλους του. Κατακαλόκαιρο. Τέτοιος ήλιος που δεν τον ήθελαν ούτε οι σαύρες. Κοντοστάθηκε σε έναν ίσκιο και με κοίταξε. Τον κοίταξα και εγώ.

–  Ξένος είσαι ε; Δεν σε ξέρω. Είπα. Χαμογέλασε ελαφρά. Κοίταζε το παγούρι μου.

–  Αν δε σιχαίνεσαι δώσε μου λίγο απ’ το νερό σου.

Θυμήθηκα το στρατό και τις ατέλειωτες πορείες, με τα μισοάδεια παγούρια που πέρναγαν από στόμα σε στόμα. Δίψα! Αυτό μου πήρε λίγο χρόνο. Ε, δεν είναι και απλό τώρα να μοιράζεσαι το παγούρι σου με τον κάθε άγνωστο. Μου πήρε μια δυο στιγμές να κινηθώ να του το δώσω, τόσο που με πρόλαβαν τα λόγια του.

–  Εάν ήξερες ποιος είμαι θα μου ζήταγες εσύ να σου δώσω νερό, επειδή δίνω ένα νερό που αν το πιείς δεν θα διψάσεις ποτέ. Είπε, κι εγώ έκανα πίσω.

Σκεφτόμουνα, και το χέρι μου απομακρύνθηκε από το παγούρι. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα κουνούσα το κεφάλι μου και θα έφευγα αλλά  τώρα για κάποιο λόγο δεν μπορούσα να το κάνω. Κοίταξα τους συνοδούς του. Με κοίταγαν χαμογελαστοί κουνώντας τα κεφάλια τους καταφατικά.

– Έτσι είναι μου λέει ο μεγαλύτερος στην ηλικία. Έτσι με συνάντησε και μένα πριν χρόνια. Και για να μην στα πολυλογώ, ήπια και δεν διψάω πια.

– Ούτε εγώ πρόσθεσε κι ο άλλος.

Ο ξένος με κοίταξε και είπε ήσυχα.

– Το νερό που δίνω το πίνεις μια φορά και ξεδιψάς για πάντα.

– Για πάντα; Χμ ωραία. Εγώ πάντος έχω νερό είπα, ξεκούμπωσα επιδεικτικά το καπάκι κι έκανα να πιώ. Μα με έκπληξή μου αντιλήφθηκα ότι ήταν άδειο. Έμεινα εμβρόντητος. Πως μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Το ήπια; Αναρωτήθηκα;

– Το νερό αυτό το πίνεις και ξαναδιψάς. Ξαναδιψάς, ξαναπίνεις ώσπου δεν έχει. είπε ο ξένος.

Δεν ξέρω τώρα αν ήταν από το ξάφνιασμα ή την ντροπή που δεν βρέθηκε το νερό που νόμιζα, αλλά δεν ήθελα να είναι έτσι. Το είχα ακούσει για το νερό που σαν το πιείς δεν διψάς ποτέ πια, αλλά αυτό το ποτέ πια, το για πάντα ξεδίψαστος φάνταζε τόσο αλλόκοτο στο μυαλό μου. Γιατί να μην διψάς πια; Γιατί να μην ανοίγεις το παγούρι σου που το κρατάς καθαρό και κάθε τόσο το γεμίζεις; Γιατί; Και στο κάτω κάτω, τι σόι είναι αυτό το νερό που δεν διψάς πια; Τι του χουν ρίξει; Αυτό δεν θα ‘ναι νερό, φίλτρο θα ναι μαγικό. Δε το θέλω! Θα κρατήσω το δικό μου σκέφτηκα θα ανοίγω το καπάκι και θα πίνω όποτε νομίζω και σαν αδειάζει θα το ξαναγεμίζω αλλά τέτοια αλλόκοτα πλανερά πράγματα όχι. Και μάλιστα τώρα αμέσως θα πάω να το γεμίσω, σκέφτηκα κι έκανα να φύγω.

– Κοίτα, μου λέει, τη συζήτηση αυτή δε θα την κάναμε αν δεν είχες στην κατοχή σου το βιβλίο το ξακουστό κι όμως άγνωστο. Ένας πολυαγαπημένος μου φίλος έχει γράψει πολλά εκεί μέσα για το «για πάντα» και για το «δεν διψάς πια».

Έμεινα εμβρόντητος. Είχα ένα τέτοιο. Και αυτός που τό ΄ξερε; Να δεις που είναι αερικό είπα. Να δεις που κάτι τέτοιο συμβαίνει. Σκεφτόμουν να πάω να του δώσω το χέρι, τάχα μου για χειραψία, να τον πιάσω να βεβαιωθώ ότι δε με γελούν τα μάτια μου. Στο μεταξύ ένα παράθυρο από γειτονικό σπίτι άνοιξε και καθώς μια νοικοκυρά τίναζε τα ξεσκονόπανά της, το ραδιόφωνο της τραγούδαγε «…[1] para siempre Te amo, te amo para siempre. »

– Κάθε μέρα ακούς «σ ’αγαπώ για πάντα» και δε σκιάζεσαι. Για σκέψου το λίγο. Το για πάντα υπάρχει σαν ανικανοποίητη ανάγκη όπως η δίψα. Διαβάζεις στο βιβλίο το ξακουστό κι όμως άγνωστο για ξεδίψασμα και χορτασμό και δεν πάει ο νους σου στο για πάντα. Διαβάζεις για «αιώνια ζωή», για το «στους αιώνες των αιώνων» και δεν πάει ο νους σου στο για πάντα. Αυτό να σε νοιάξει. Και για να ΄σαι σίγουρος ότι δεν είμαι αερικό….

Γύρισε σε μια γιασεμιά που χυνόταν από μια αυλή και κόβοντας δύο ανθάκια μου έδωσε εμένα ένα, και ένα κράτησε εκείνος.

– Σήμερα έκανα έναν καινούργιο φίλο. μου είπε και το στερέωσε στη κουμπότρυπα απ΄ το τσεπάκι της μπλούζας του. Έγνεψε χαμογελαστός για χαιρετισμό και απομακρύνθηκε.

mountain_stream_in_forest_201604

Είχα μείνει εμβρόντητος. Στο ένα χέρι κρατούσα το άδειο παγούρι και στο άλλο το γιασεμί, και για πρώτη φορά στην ζωή μου δεν ήξερα… Είχα κατεβάσει τα χέρια μου σαν από σαστιμάρα και κοίταζα. Ξάφνου η τσάντα που κρέμονταν στον ώμο μου έπεσε, και πέφτοντας χύθηκαν έξω της, τα κλειδιά μου το πορτοφόλι και, καλά καταλάβατε, το βιβλίο το ξακουστό και όμως άγνωστο. Το έπιασα με τόση βιάση που τα δάχτυλά μου ανακατώθηκαν στις σελίδες του και χωρίς να το καταλάβω άνοιξε σε έναν διάλογο και το βλέμμα μου έπεσε στα εξής:

«… Όποιος πίνει από το νερό αυτό, θα ξαναδιψάσει. Μα όποιος πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, αυτός όχι, δε θα διψάσει ποτέ. Απεναντίας, το νερό που θα του δώσω, θα γίνει μέσα του μια πηγή που θα αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας» (Ιωάννη 4:13-14)

Ήταν όλα εκεί μαζεμένα. Ώστε υπάρχει το «για πάντα» και μάλιστα για νερό που πίνεις, και δεν διψάς ποτέ πια! Και  ΄γω γιατί δεν το καταλάβαινα ως τώρα; Ξάφνου σκέφτηκα να βρω τους ανθρώπους, αλλά είχαν χαθεί στο βάθος του δρόμου. Ξεφύλλισα το βιβλίο λίγες σελίδες ποιο κάτω «Κι είναι τούτο επίσης το θέλημα εκείνου που με απέστειλε: Ο καθένας που προσβλέπει στο Γιο και πιστεύει σ’ αυτόν, να έχει ζωή αιώνια. Κι αυτόν εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη μέρα» (Ιωάννης 6:40)

Πίνεις νερό μόνο μια φορά και δεν διψάς ποτέ σκέφτηκα. Κοιτάζεις μόνο μια φορά στον Υιό με πίστη και έχεις ζωή που δεν τελειώνει ποτέ.

 

[1] Ισπανικό τραγούδι Te amo, Intocable – Te Amo (Para Siempre)

 

Posted under: Τα Λιβάδια της Χαράς

Tagged as:

Share this:

One comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.